Οτε αρχομένου του Σεπτεμβρίου του ­479 άνηγγελΟη έίς τον Μαρδόνιον

οτι οί "Ελληνες

συνηθροίσθησαν έν τώ Ίσθμώ ΐνα έπέλθωσι κατ' αύτου, ό

στρατάρχης των Περσών άπηλθεν

εις Θήβας. Έν ω δε ητοίααζεν έ*εί τα

της άμυνης, προςεκλήθη εις δεΐπνον υπό του Άτταγίνου, πλουσίου Θηβαίου.

Δι' άνδρα Θηβαιον ήτο μεγάλη τιμή να ξενί'ζη τον Περσην. Έκτος

δε του

στρατηγού εκλήθησαν είς το μεγαλοπρεπές συμπόσιον και πεντήκοντα Πεο­

σών οι λογιμωτατοι. 'Ομοτράπεζοι δ' αυτών έγένοντο, κληθέντες υπό του

Άτταγίνου, καΐ πεντήκοντα Θηβαίο·.. Δι' άνδρας Θηβαίους

ήτο τιμή να

παρακάθηνται σύνδειπνοι τών Περσών. Το δεΓπνον ήτο λαμπρώς παοεσκευα­

σμενον αναλόγως του περιφανούς ξένου" ό δε φιλομηδισμος του Οαλιάρχου ει­χεν επινοήσει τρόπον κατάλληλον ΐνα

κ α τ α στ η 7·/) οίκειοτέρους τους ζένους

ιτρος του: εαυτού πολίτας. 'Επί εκάστης κλίνη:, έπειύη, ώς γνωστόν, ούτω

κατακεκλιαενοι συνεποσία,,ον οι αρχαίοι, κατέκλινεν έναλλάς ενα

θ/βαιον

και ενα 11 έοσ"/ίν. Όαόκλινος 5' ένο·; τούτων τών Πεοσών ητο θέοσανδοος ό

Όρχομένιος, ό'ςτι,ς διηγηθη τα έςης εις τον Ίΐρόοοτον. Το δείπνον εϊχε τε­

λειώσει και οί συμπόται διετρ'.οον περί το πίνειν, ό'τε ει­; ε τα έζ'75ς ελληνι­

στί ό Πέρσης προς τον Όρχομένιον* «'Επειδή τώρα εγεινες ομοτράπεζος μου

και όαόκλινος, θέλω νά σοι άφησω μνημόσυνον της έμης γνώμης, "ίνα και

σύ εν ων γνώσιν εκ των προτέρων ουνηθνίς να σκεφθγίς περί σεαυτοΰ τα συμ­

φέροντα. Βλέπεις αυτούς έοώ τους συμποσιάζοντας Πέρσας και τον στρα­

τον τον όποιον ά'υησαμεν εκεί κάτω, πλησίον εις τον ποταμον στρατοπεδευό­

μενον ; 'Ολίγος καιρός θα παρέλθη και εκ τούτων πάντων ολίγους τινάς θά

ί'δης τους περισωθέντας». Ταύτα ελεγεν ό Πέρσης και άμα

έχυνε δάκρυα

πολλά. Ό δε Θέρσανδρος Οαυμάσας τον λόγον είπε προς αυτόν' α Λοιπόν αυτά

πρέπει νά τα εί'πης εις τον Μαοδόνιον και εις τους μετ' ε'κεϊνον εν άζιώμα­

σιν όντας τών Πεοσών». Εκείνος δε είπε μετά ταύτα' «£ένε, ότι είνε άπα­

φασισαένον να γείνη εκ του θεοΰ δεν δύναται άνθρωπος νά το άποτρέψη*

διότι και την άληθειαν αν εί'πη τις, δεν θέλει νά τον πιστεύση

κανείς.

Ταύτα δε, καίτοι πολλοί τών Περσών τα γνωρίζομεν, άλ),' άκολουθουμεν

δεδεαένοι υπό της ανάγκης. Είνεδέ αυτή η βαρύτατη Ολϊψις τών έν άνθρώποις,

πολλών πραγμάτων να εχη τι;γνώσιν και να μην είνε κύριος να καμη τίποτε».*

Τοιαύτα ειπεν ό Πέρσης εις τον Όρχομένιον λόγια σορά κκί πικρά, έγ·

κλείοντα την προφητείαν του προςεχ_ους μέλλοντος. Μετ' ολίγας δε ημέρας

συνεκροτεϊτο έν Πλαταιαίς η γνωστή εκείνη μάχη, καθ' ην οί "Ελληνες έπε­

κοάτησαν όοιστικώς τών βαρβάρων. Το απόγευμα της αύτης ημέρας ενικών

οί "Ελληνες έν Μυκάλη, και έτελεύτα ό κίνδυνος και ένικκτο ό άγων μετά

ένδεκα όλων ετών μάχας κκί αγωνίας και δηώσεις