Τα τελευταία σχόλια στο paranormap.net



Τα ίδια είχαμε και στα Σκόπια :

Μεταξύ 1999 και 2003 ήταν σαφές ότι στην περιοχή των Βαλκανίων όπου συντελούντο κοσμογονικές αλλαγές που προορίζονταν να αλλάξουν τον χάρτη στα Βαλκάνια με άμεσο κίνδυνο για τα ελληνικά γεωπολιτικά συμφέροντα, απλά δεν υπήρχαν.

 

Δημιουργήθηκαν, όμως,  μεταξύ 2004 και 2010 για να εξαρθρωθούν στην συνέχεια επί Γ.Παπανδρέου με αιματηρό τρόπο, όταν προδόθηκε η ύπαρξή τους από εσωτερική πληροφόρηση της ΕΥΠ.

 

Οκτώ χρόνια μετά, με την παράδοση της Μακεδονίας στην συμφωνία των Πρεσπών επιβεβαιώνεται, η σκοπιμότητα εξάρθρωσης των δικτύων αυτών.

 

 

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Οι πληροφορίες από το Κοσσυφοπέδιο, όπου είχαμε την σφοδρή πολεμική σύγκρουση και τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ, ήταν ελάχιστες, εξίσου λίγες και από τα Σκόπια και γενικά υπήρχε πρόβλημα ενημέρωσης της τότε πολιτικής ηγεσίας ακόμα και για τα στοιχειώδη.

 

Το 2004 η νέα ηγεσία της ΕΥΠ αποφάσισε να ρίξει το βάρος της στο τομέα αυτόν, ειδικά μετά την αναγνώριση από τις ΗΠΑ του κράτους των Σκοπίων ως «Μακεδονία».

 

Ως ιδανική κάλυψη θεωρήθηκε μία αλυσίδα ελληνικής ιδιοκτησίας ιδιωτικών κολεγίων. Προσεγγίστηκε ο επιχειρηματίας, ένας 42χρονος Έλληνας, ο Σοφοκλής Κουκουλίτσιος και του προτάθηκε να εργαστεί για λογαριασμό της πατρίδας του.

 

Αυτός δεν το σκέφθηκε ούτε λεπτό και αποδέχθηκε την πρόταση (το τέλος έφτασε να «επιδοτεί» και Έλληνες πράκτορες που δεν μπορούσαν να λάβουν χρήματα με άλλο τρόπο σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων)!

 

Τα κολέγια απλώθηκαν σε όλα τα Βαλκάνια, κλείνοντας συμβόλαια με τις κυβερνήσεις και οι διδάσκοντες (ακόμα και μέλη της ΕΥΠ!), προσέγγιζαν τους αξιωματούχους-στόχους, αποκομίζοντας πολύτιμες πληροφορίες, άκρως αξιοποιήσιμες από την υπηρεσία.

 

Υπήρξε έδρα στο αλβανόφωνο Κουμάνοβο, βάση του UCK στις συγκρούσεις στα Σκόπια μέχρι το 2001.

 

Δημιουργήθηκαν οικήματα ασφαλείας σε διάφορες πόλεις των Βαλκανίων, ακόμα και μέσα στην Τουρκία, προκειμένου να καταφεύγουν οι πράκτορες που κινδύνευαν με σύλληψη.

 

Πράκτορες της ΕΥΠ, ως καθηγητές του εν λόγω κολεγίου, έκαναν μαθήματα (!) διαχείρισης κρίσεων στην τουρκική αστυνομία και αποκόμιζαν πολύτιμες πληροφορίες μέσω της ανάπτυξης φιλικών και κοινωνικών σχέσεων με τους Τούρκους αξιωματούχους.

 

Μία χαρακτηριστική επιτυχία ήταν ο εντοπισμός ενός καινούριου σκοπιανού στρατοπέδου ειδικών δυνάμεων στην λίμνη Οχρίδα, όπου η παρακολούθηση κατέδειξε ότι εκπαιδεύονταν από Τούρκους εκπαιδευτές σε τακτικές διείσδυσης στα ενεργειακά πεδία της Δ.Μακεδονίας, όπου πηγάζει το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας!

 

Βασικό στέλεχος στο συγκεκριμένο δίκτυο πέρα από τον Έλληνα «ιδρυτή» ήταν ο 40χρονος Σκοπιανός Γιάνεσε Γκρούεφσκι (απλή συνωνυμία με τον σκοπιανό πρωθυπουργό, ενώ υπάρχει πληροφορία πως ήταν μακρινός συγγενής του).

 

Σχεδόν τίποτα δεν συνέβαινε σε κυβερνητικό επίπεδο στα Σκόπια από το 2005 μέχρι το 2010 που να μην εντοπιζόταν από το ελληνικό δίκτυο, το οποίο είχε βάλει «στο κόλπο», ακόμα και ανώτατους αξιωματικούς της τουρκικής Αστυνομίας!

 

Στις αρχές του 2010, προτείνεται στη νέα διοίκηση της ΕΥΠ να επιδοτηθούν laptop παγιδευμένα που θα μετέδιδαν σε πραγματικό χρόνο, ότι γραφόταν, η εικόνα και τα δακτυλικά αποτυπώματα των χρηστών του, προκειμένου να μοιραστούν από το δίκτυο των κολεγίων σε εκατοντάδες κυβερνητικούς αξιωματούχους στα Βαλκάνια και την Τουρκία!

 

Κόστος λιγότερο από 50.000 ευρώ. Το σχέδιο απορρίπτεται!

 

Και τότε, τον Μάϊο του 2010, μετά από περισσότερα από πέντε χρόνια ήρθε η καταστροφή: Διαρροή της ύπαρξης του δικτύου. Ακριβώς οκτώ μήνες μετά την αλλαγή στην κυβέρνηση και την έλευση του Γ.Α.Παπανδρέου στην εξουσία, μια μαζική διαρροή στον ελληνικό Τύπο, από άγνωστους πληροφοριοδότες, της ύπαρξής και της οργάνωσής του!

 

Ο επιχειρηματίας Σ.Κ. ειδοποιήθηκε να απομακρυνθεί λίγες ώρες αφ’ότου διαπιστώθηκε από τους χειριστές του δικτύου ότι υπήρχε διαρροή.

 

Το βράδυ της 28ης Μαΐου 2010 έλαβε εντολή να εξαφανιστεί μέσω ασφαλούς δρομολογίου!

 

Λεπτομέρεια: Την επόμενη ημέρα είχε ραντεβού με τον Χ.Θάτσι, ηγέτη των αλβανόφωνων του Κοσσόβου και πρακτικά επικεφαλής του «κράτους».

 

Τυχαίο;

 

Ο συνεργάτης του, ο Γιάνεσε Γκρούεφσκι δεν στάθηκε τόσο τυχερός. Δεν κατέστη δυνατόν να ειδοποιηθεί.

 

Συνελήφθη από την σκοπιανή μυστική υπηρεσία. Δολοφονήθηκε το 2012 μέσα στο κτίριο του υπουργείου Εσωτερικών.

 

Δίπλα στο πτώμα του Γκρούεφσκι βρέθηκε ένα πιστόλι. Είχε πυροβοληθεί στην καρδιά.

 

Το δίκτυο διαλύθηκε. Ο Σοφοκλής Κουκουλίτσιος καταστράφηκε επιχειρηματικά και έγινε ένα από τα πλέον καταζητούμενα πρόσωπα στην βαλκανική χερσόνησο εκτός Ελλάδος...

 

Η ζημιά για την εθνική ασφάλεια, τεράστια. Το δεύτερο μεγάλο δίκτυο που εξαρθρώθηκε με αιματηρό τρόπο μέσα σε οκτώ μήνες από την άνοδο στην εξουσία της κυβέρνησης ΓΑΠ, μετά το αντίστοιχο τουρκικό...

 

https://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/spy-news/728346_apokleistiko-i-aimatiri-dialysi-ton-diktyon-tis-eyp-sta-skopia-pos


Στην αναφορά Η εμφάνιση της Πατρινέλλας Ο χρήστης Aragorn είπε:

Ιδού, λοιπόν, το δεύτερο μέρος του άρθρου που εκπόνησε, σχετικά με το περίφημο κάστρο των Πατρινών και τους θρύλους του.

 

Σ’ έναν καφενέ, στη συνοικία Καντριάνικα, ο Αγγελομάτης άκουγε προσεκτικά τον συνομιλητή του να του αφηγείται την ιστορία της Πατρινέλας:

 

Ήταν το 1909, αγαπητέ μου. Δυο μόλις μέρες προτού ξεσπάσει η κατάρα της χολέρας στην Πάτρα, δυο μόλις μέρες προτού σημειωθεί το πρώτο κρούσμα, η Πατρινέλα ζωντάνεψε και κατέβηκε από το μάρμαρο, που τη συγκρατούσε.

 

Ήταν περίπου δύο το μεσημέρι και ο περισσότερος κόσμος βρισκόταν στα σπίτια του. Έξαφνα, θόλωσε ο ουρανός κατά το μέρος του κάστρου, μια βοή υψώθηκε κι όλοι όσοι ήταν έγκλειστοι στις φυλακές του Μαργαρίτη, μα κι όσοι βάδιζαν στους δρόμους, την είδαν ολοζώντανη να ξεχύνεται σαν σίφουνας. Τα μαλλιά της ανέμιζαν, το πρόσωπό της ήταν αγριεμένο και το αρχαίο της φόρεμα κυμάτιζε σαν λάβαρο πολέμου. Δεν την είχα δει ποτέ άλλοτε. Εκείνη τη στιγμή την πρωτοαντίκρισα. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν τα μάτια της, που φεγγοβολούσαν σαν διαμάντια.

 

Στην αρχή, καθώς προχωρούσε, τη συνόδευε ένας μανιασμένος αγέρας και μια αλλόκοτη βοή σκορπιζόταν στο πέρασμά της. Βημάτιζε αμίλητη, στητή, ψηλή κι αγέρωχη, κοιτάζοντας διαρκώς μπροστά της.

 

Οι Πατρινοί, που γνωρίζουν τις ιδιοτροπίες της από τα χρόνια τα πολύ παλιά και από τις πολλές φορές που είχε κατεβεί στην πόλη, έσπευσαν να εξαφανιστούν και να χωθούν γοργά στα σπίτια τους. Η Πατρινέλα δε θέλει να τη βλέπουν, ούτε να μιλούν στο διάβα της, αλλιώς, τους δένει τη μιλιά κι άχνα δε βγαίνει απ’ το στόμα τους. Και στους περισσότερους επιστρέφει τη λαλιά μετά από λίγο καιρό, σε πολλούς, όμως, δεν την ξαναδίνει και απομένουν για πάντα τους βουβοί.

 

Οι Πατρινοί, λοιπόν, έτρεξαν να εξαφανιστούν την ημέρα εκείνη του 1909, που η Πατρινέλα κατέβηκε απ’ το μάρμαρο. Σφάλισαν τα πορτοπαράθυρα των σπιτιών τους και την άφησαν μονάχη της να τριγυρνά στους δρόμους των Πατρών.

 

Μισή ώρα μόλις απ’ τη στιγμή, που η καλή αυτή Μοίρα ζωντάνεψε, ολόκληρη η πόλη είχε ερημωθεί. Ψυχή δεν έβλεπες έξω. Ακόμη και τα σκυλιά λάκιζαν, ουρλιάζοντας, με την ουρά στα σκέλια.

 

Η Πατρινέλα κίνησε για τα Καντριάνικα. Κατόπιν, πήγε στο Βλατερό, στα Καμίνια, γύρισε όλη την Απάνω Χώρα και τράβηξε πάλι κατά το κάστρο, ψηλή πάντα και ορθόστητη, υπερήφανη κι αλύγιστη. Η καλή αυτή κυρά από πάντα της λάτρευε την Απάνω Χώρα, μιας κι εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε, εκεί αγάπησε, όμως πέθανε από έρωτα και καημό αρκετά μακριά της. Την Κάτω Χώρα, τη νεόδμητη πόλη της Πάτρας δηλαδή, τη θεωρεί ξένη και στο μυαλό της δεν υπάρχει.

 

Το παράξενο άγαλμα, εντοιχισμένο σε κοίλωμα του κάστρου της Πάτρας, γνωστό ως Πατρινέλα

Το παράξενο άγαλμα, εντοιχισμένο σε κοίλωμα του κάστρου της Πάτρας, γνωστό ως Πατρινέλα

Έτσι, όταν έφτασε και πάλι πίσω στο κάστρο, όσοι βρίσκονταν στις φυλακές του Μαργαρίτη και στα σοκάκια, την είδαν να ανυψώνεται και να ξαναπαίρνει τη θέση της μες στο μάρμαρο, επάνω στα νότια τείχη. Ύστερα, η ατμόσφαιρα θόλωσε, ο άνεμος στροβιλιζόταν απειλητικός και τα πάντα έδιναν την εντύπωση πως κάτι κακό, κάτι φοβερό θα ξέσπαγε το μένος του πάνω στις ράχες της πόλης και των ανθρώπων της. Τελικά, όταν καθάρισε ο ορίζοντας, η Πατρινέλα ήταν και πάλι πλέριο μάρμαρο, αναμαλλιασμένη, με τα αυστηρά, αλλά συνάμα και γλυκά χαρακτηριστικά της.

 

Όλοι οι Πατρινοί το ξέραμε καλά πως κάθε εμφάνιση της Πατρινέλας είναι προμήνυμα κακού. Η καλή Μοίρα της πόλης μας έτσι μας προειδοποιεί, όταν καταφτάνει κάποια συμφορά. Και πράγματι, δύο μέρες μετά, είχαμε το πρώτο κρούσμα χολέρας και την επόμενη, ξέσπασε το μεγάλο κακό. Δεκάδες ανθρώπων σωριάζονταν καταγής από την αναθεματισμένη αρρώστια και ένας γνήσιος, βαθύς θρήνος αχολογούσε μέσα απ’ το κάθε σπίτι. Μέχρις ότου να περάσει η επιδημία, όλη η Πάτρα είχε μεταβληθεί σε αληθινή κόλαση, στην οποία δε γνώριζε κανείς αν θα ζούσε ή αν θα πέθαινε.

 

Το Κάστρο της Πάτρας είναι στοιχειωμένο και το στοιχειό του το καλό, η δική μας η Πατρινέλα, ξανακατέβηκε απ’ τα τείχη κι άλλες φορές, για να μας προειδοποιήσει. Το 1916, όταν ξέσπασε μια τρομακτική επιδημία γρίπης, που θέρισε χιλιάδες δύσμοιρων ανθρώπων και το 1929, όταν βασανιστήκαμε από την επιδημία της εντερικής αμοιβάδωσης.

 

Εδώ σταμάτησε για λίγο ο αφηγητής και προσπάθησε να συγκεντρώσει τις αναμνήσεις του. Ρούφηξε μια γουλιά νερό και συνέχισε να εξιστορεί στον Χρήστο Αγγελομάτη:

 

Θα με ρωτήσετε, βέβαια, ποια είναι αυτή η Πατρινέλα και αν υπήρξε άραγε ποτέ. Ευτυχώς, ξέρουμε και ποια είναι και πότε έζησε εδώ στην Πάτρα, γιατί, όπως σας προείπα, τούτη η καλή κυρά, η καλή μας Μοίρα, είναι βλαστάρι της πόλης μας και την αγαπά με όλη την ψυχή της.

 

Πότε γεννήθηκε και ποια είναι, θα σας το πω αμέσως. Πρώτα, όμως, πρέπει να σας πω ότι είναι κι αυτή μια από τις γυναίκες εκείνες, που αγάπησαν πολύ και χάθηκαν στο τέλος για τον μεγάλο έρωτά τους. Ήταν όμορφη η Πατρινέλα, ήταν γλυκιά, ένας αληθινός άγγελος καλοσύνης και ευγένειας, πλασμένη για να σκορπά τριγύρω της καθετί το αγαθό και το αγνό. Οι άνθρωποι έβρισκαν παρηγοριά στους καλούς της τρόπους και στο μελένιο της χαμόγελο.

 

Κι έτσι που ήταν, θα έπρεπε, φυσικά, να δρέψει όλους τους καρπούς της ευτυχίας από το δέντρο της ζωής. Έτσι θα έπρεπε, μα, δυστυχώς, έδρεψε μονάχα τον πόνο, τη δυστυχία και τη συμφορά…

 

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ”, στις 07/10/1932…

https://strangepress.gr/2018/11/11/ta-stoixeiomena-kastra-tis-elladas-to-kastro-tis-patras-meros-b/

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


Στην αναφορά Η εμφάνιση της Πατρινέλλας Ο χρήστης Aragorn είπε:

Το Κάστρο της Πάτρας έχει κι αυτό τη δική του ιστορία. Μια ιστορία τρυφερή και συνάμα δραματική, ωραία και συγχρόνως, τραγική.

Σεργιανίζοντας στους δρόμους της αχαϊκής πρωτεύουσας, όποιον ντόπιο και να ρωτούσες, ήξερε να σου πει ποια ήταν η Πατρινέλα. Ήταν η καλή Μοίρα των Πατρών, η προστάτιδα κόρη, που σ’ εκείνην χρωστάει χίλιες φορές τη σωτηρία της η πόλη. Μόνο που καμιά φορά θύμωνε και τότε, πάνω στον θυμό της, ανταριαζόταν και δεν τη συγκρατούσε τίποτε. Τραβούσε τον δρόμο της μονοκόμματα και έστελνε δεκάδες ανθρώπους στον τάφο.

Το παράξενο άγαλμα, εντοιχισμένο σε κοίλωμα του κάστρου της Πάτρας, γνωστό ως ΠατρινέλαΤο παράξενο άγαλμα, εντοιχισμένο σε κοίλωμα του κάστρου της Πάτρας, γνωστό ως Πατρινέλα

Μα, πού βρίσκεται η Πατρινέλα; Ξεκινάς να ανηφορίζεις στην Απάνω Χώρα, στην Παλιά Πάτρα, που απλώνεται στις πλαγιές του υψώματος, πάνω στο οποίο είναι πανοραμικά χτισμένο το Κάστρο της Πάτρας.

Ολοκάθαρα σπιτάκια, παμπάλαιες μουριές, ασημένιες λεύκες, φωνές παιδιών, κάπου-κάπου κανένα γραμμόφωνο, έως ότου έφτανες στις φυλακές του Μαργαρίτη, αντίκρυ στο κάστρο και στο σημείο ακριβώς, όπου στέκει αγέρωχη η Πατρινέλα.

Οι ανδρικές φυλακές Μαργαρίτη, 1950Οι ανδρικές φυλακές Μαργαρίτη, 1950

Εκεί, ανάμεσα σε δυο πύλες και μέσα σ’ ένα τμήμα του τείχους υπάρχει εντοιχισμένο ένα εντυπωσιακό ανάγλυφο. Το αναμαλλιασμένο της κεφάλι και η αναστάτωση του φορέματος της εικονιζόμενης γυναίκας δίνουν την εντύπωση αρχαίας μαινάδας, μα το πρόσωπό της έχει μια γλύκα και μια παράδοξη ηρεμία. Όχι, δεν είναι μαινάδα, λοιπόν. Είναι το καλό στοιχειό, είναι η Πατρινέλα.

Ανηφορίζοντας προς τα Καντριάνικα, μια από τις πιο παλιές συνοικίες της πόλης, ο Χρήστος Αγγελομάτης στάθηκε να ξαποστάσει σ’ έναν παλιό καφενέ και ο συνομιλητής του άρχισε να ξετυλίγει την ιστορία της Πατρινέλας:

Όπως, ξέρετε, βέβαια, σε παλαιότερα χρόνια, η Πάτρα υπέφερε από τη χολέρα, τη μελιτατή, όπως τη λέμε εδώ. Τα ξένα καράβια, που έπιαναν στο λιμάνι μας, την έφερναν συχνά και κάθε φορά, δεν έφευγε, προτού θερίσει αρκετούς Πατρινούς. Το 1909 ήταν η τελευταία φορά, που η χολέρα επισκέφτηκε τον τόπο μας και ότι θα μας έβρισκε μεγάλο κακό, το νιώσαμε δύο ημέρες πριν, προτού δηλαδή σημειωθεί το πρώτο κρούσμα. Και ξέρετε γιατί; Διότι η Πατρινέλα ζωντάνεψε, κατέβηκε απ’ το μάρμαρο κι άρχισε να περιφέρεται στα δρομάκια των Καντριάνικων. Γελάτε; Υπάρχουν, εν τούτοις, τόσοι πολλοί που την είδαν, που μπορούν να σας την περιγράψουν και να σας πουν λεπτομερώς τι γινόταν στον κάθε δρόμο, που περνούσε. Την είδα κι εγώ! Ακούστε πώς ήταν…

Συνεχίζεται…

https://strangepress.gr/2018/11/10/ta-stoixeiomena-kastra-tis-elladas-to-kastro-tis-patras-meros-a/

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


Στην αναφορά Το Στοιχειωμένο Κάστρο του Ρίου Ο χρήστης Aragorn είπε:

Ιδού το έβδομο και τελευταίο μέρος της έρευνάς του, η οποία ασχολήθηκε εκτενώς με το στοιχειωμένο Κάστρο του Ρίου:

 

Ό,τι συνέβη δύο νύχτες συνεχώς, συνέβη και τη νύχτα εκείνη, που ο Αξιωματικός ανέβηκε στο τείχος. Η φρουρά κλήθηκε στα όπλα από τους σκοπούς και οι άντρες, οι οποίοι προσέτρεξαν, πήραν τον αρχηγό τους και τον μετέφεραν τραυματισμένο στο δωμάτιό του. Το χτύπημα, που του είχαν καταφέρει τα άγνωστα χέρια με κάποιο βαρύ αντικείμενο στο κεφάλι, δεν υπήρξε χωρίς συνέπειες. Από το τραύμα του έτρεχε το αίμα, καταπλημμυρούσε το πρόσωπό του και για πολλή ώρα ήταν αναίσθητος.

 

Όταν συνήλθε, ο ιατρός των φυλακών του είχε επιδέσει το τραύμα κι έτσι, ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να ξέρει σε ποια κατάσταση βρέθηκε. Το έμαθε μόνο, όταν ζήτησε να σηκωθεί, για να πάει στο τείχος. Ο ιατρός του το απαγόρευσε προς ώρας και του επέβαλε να ησυχάσει για λίγες ώρες. Άλλωστε, η μέρα είχε προχωρήσει πια και το μυστικό των καταραμένων φιδιών δε θα κατόρθωνε να το ανακαλύψει.

 

Σκέφτηκε βαθιά, ανέπλασε με τον νου του τη σκηνή του τραυματισμού του στο τείχος και κάλεσε κατόπιν τους σκοπούς.

 

Περίτρομοι ακόμη οι στρατιώτες, παρουσιάστηκαν και στάθηκαν ακίνητοι εμπρός του, μα κατάφωρα ταραγμένοι. Του είπαν:

 

-Την ώρα που ανεβαίνατε, ακούσαμε κι εμείς τα σφυρίγματα των φιδιών και τα μουγκρητά κι ύστερα, νιώσαμε ένα ζεστό αέρα να περνά στο πρόσωπό μας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ήταν τα φίδια. Είδαμε τα μεγάλα τριχωτά κεφάλια τους, είδαμε τις κατακόκκινες διχαλωτές γλώσσες, που εκτόξευαν φλόγες κι ακούσαμε τα αγκομαχητά τους, καθώς ξεδίπλωναν τα σώματά τους πάνω στις πέτρες του τείχους. Έπειτα, σύρθηκαν, ήρθαν κοντά μας, τα κεφάλια τους υψώθηκαν πάνω από τα δικά μας και σε κάθε στιγμή λέγαμε ότι είμαστε χαμένοι.

-Καλά, κι εγώ πώς χτυπήθηκα κι από ποιον; αναρωτήθηκε ο Αξιωματικός.

-Από τα φίδια! Την ώρα που μας περιτριγύριζαν, ένα άλλο φίδι σας πλησίασε και σας χτύπησε με την ουρά του, επέμειναν οι στρατιώτες.

-Και σας, πώς δεν σας χτύπησαν; ρώτησε πάλι με καχυποψία ο Αξιωματικός.

-Εμάς δεν μας χτύπησαν, γιατί αρχίσαμε να τα ξορκίζουμε και να λέμε τις λέξεις εκείνες, που τους δείχνουν φιλία και όχι εχθρικότητα. Γι’ αυτό, αφού σας χτύπησαν, υψώθηκαν ξανά πάνω απ’ τα κεφάλια μας, έβγαλαν τις κατακόκκινες διχαλωτές τους γλώσσες και, σφυρίζοντας και αγκομαχώντας, πέρασαν ξυστά από κοντά μας και εξαφανίστηκαν μες στη νύχτα.

-Ανόητοι! Θα το λύσω εγώ τούτο το μυστήριο, ψέλλισε ο τραυματισμένος Αξιωματικός.

 

Το μεσημέρι κατόρθωσε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι και τράβηξε κατά το τείχος. Στις σκάλες και στους τοίχους ήταν καταφανή τα σημάδια, που καταδείκνυαν εσπευσμένη φυγή. Τίνων τα σημάδια, όμως; Των φιδιών; Όχι βέβαια, μουρμούρισε.

 

Μια ιδέα τριβέλιζε το μυαλό του. Κατέβηκε κάτω, κάλεσε τη φρουρά και τη διέταξε να εκκενώσει το διαμέρισμα των φυλακών, που ήταν χτισμένο πλάι στο τείχος. Και αφού πραγματοποιήθηκε η διαταγή του, άρχισε να ερευνά κάθε σπιθαμή της φυλακής, σαν ακαταπόνητο λαγωνικό.

 

Επί τρεις ολόκληρες ημέρες έσκαβε και έσκαβε, συρόταν καταγής, γονάτιζε και μπουσουλούσε, αλλά στο τέλος, το μυστικό των φιδιών έπαψε να είναι πια τόσο μυστικό. Στη μέση ακριβώς του διαμερίσματος, άνοιγε μια καταπακτή, την οποία δεν την είχαν εντοπίσει μέχρι τότε, ίσως επειδή ήταν κρυμμένη τόσο φανερά, που φάνταζε αδιανόητο να υπάρχει.

 

Ο Αξιωματικός άνοιξε την καταπακτή, κατέβηκε, βαστώντας στο ένα χέρι μια λάμπα και τότε, είδε ότι ο υπόνομος, που ξεκινούσε από εκεί, συγκοινωνούσε με όλα τα τμήματα των φυλακών του Ρίου και προχωρούσε προς το σημείο εκείνο, μέχρι του οποίου είχαν φτάσει οι κατάδικοι, που έμεναν στο διαμέρισμα των φυλακών εντός του κάστρου.

 

Από τη στιγμή εκείνη, δεν ήταν δύσκολο να ανακαλύψει, βαδίζοντας προσεκτικά, πώς εξαφανίζονταν οι σκοποί μυστηριωδώς. Οι κατάδικοι, απελπισμένοι, σκέφτηκαν και αποφάσισαν να βάλουν σε εφαρμογή ένα αληθινά πρωτότυπο σχέδιο, που πρότεινε ένας από αυτούς, που περνούσε για σπουδασμένος.

 

Ο δήθεν σπουδασμένος έγκλειστος είπε:

 

Άκουσα ότι το Κάστρο του Ρίου είναι στοιχειωμένο και ότι εμφανίζονται κάτι φοβερά φίδια και κατατρώγουν τους ανθρώπους μες στη νύχτα. Με τον υπόνομο, που έχουμε φτιάξει, μπορούμε να κινηθούμε σε οποιοδήποτε μέρος της φυλακής επιθυμούμε. Μόνο που δεν μπορούμε να βγούμε έξω από τα τείχη. Γι’ αυτό, λοιπόν, θα αρχίσουμε να σκοτώνουμε τους σκοπούς κι ύστερα, θα τους εξαφανίζουμε μες στα υπόγεια. Έτσι, θα σπείρουμε τον τρόμο και μια ημέρα, που θα καταφέρουμε να σκοτώσουμε όλους μαζί τους φρουρούς, θα πάρουμε τις στολές τους και τα όπλα τους, θα κάνουμε γενική εξόρμηση και ίσως μπορέσουμε να περάσουμε τις πύλες του κάστρου, αφού άλλος τρόπος δεν υπάρχει, για να δραπετεύσουμε από τα δαιμονισμένα αυτά τείχη.

 

Έτσι άρχισαν να εξαφανίζονται οι σκοποί. Το πράγμα δεν ήταν πάντα εύκολο και πολλές φορές περνούσαν μήνες ολάκεροι δίχως να χαθεί κάποιος στρατιώτης. Πολλές φορές, πάλι, αν οι συνθήκες το ευνοούσαν, εξαφανίζονταν δυο-τρεις, μέσα σε λίγες μόλις μέρες.

 

Ο αρχηγός της φρουράς, με την πίεση, την απειλή, τη βία, απέσπασε πολλές πλήρεις ομολογίες καταδίκων και σε μια γωνιά των υπογείων βρήκε πεταμένο και τον δύστυχο σκοπό, που τον σκότωσαν με μια μαχαιριά στον λαιμό, πριν τρεις νύχτες. Η σήψη του σώματός του είχε ήδη ξεκινήσει. Παρ’ όλα αυτά, διέταξε να σηκώσουν το πτώμα και να το μεταφέρουν στην εκκλησία του κάστρου, όπου έκανε στο άμοιρο παλικάρι μια συγκινητική κηδεία.

 

Το μυστήριο των φιδιών είχε πλέον διαλευκανθεί. Το περίεργο, όμως, ήταν ότι οι στρατιώτες δεν ήθελαν να το παραδεχθούν και πίστευαν ακράδαντα ότι τα φίδια υπήρχαν πάντοτε μες στις υπόγειες εγκολπώσεις του κάστρου. Το ίδιο, άλλωστε, πίστευαν και όλοι όσοι κατοικούσαν ολόγυρα στο Ρίο, γι’ αυτό και δεν περνούσαν ποτέ από κει τη νύχτα. Μα, αν τύχαινε να περάσουν, δεν παρέλειπαν να κάνουν τον σταυρό τους.

 

Το Κάστρο του Ρίου σφυρηλάτησε τα ανομολόγητα στοιχειά του μέσα στα χοντρά του τείχη για χρόνια ολάκερα και δεν είναι λίγοι εκείνοι, που ακόμη θαρρούν πως τούτος ο χώρος είναι σφόδρα στοιχειωμένος.

 

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ”, στις 05/10/1932…

https://strangepress.gr

 

 

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


Οπότε κρίνεις εσύ και μπορείς βάλτο εμείς πάντως σε έχουμε βάλει Ίδη


Στην αναφορά Το Στοιχειωμένο Κάστρο του Ρίου Ο χρήστης Aragorn είπε:

Ιδού, λοιπόν, η συνέχεια της ιστορίας:

 

Ο φόνος του σκοπού στις φυλακές του Κάστρου του Ρίου και η απόπειρα δραπέτευσης των πέντε καταδίκων αναστάτωσε, όπως ήταν φυσικό, τη διεύθυνση των φυλακών, τη φρουρά και τους δεσμοφύλακες, εκείνον τον Γενάρη του 1906.

 

Το πρωί διενεργήθηκε πολύωρη έρευνα στα διαμερίσματα των φυλακών, πράγμα όχι τόσο εύκολο.

 

Άλλωστε, στις φυλακές αυτές του Ρίου είχαν σταλεί οι χειρότεροι εγκληματίες, οι οποίοι ζούσαν μέσα στα κελιά σαν αληθινά θηρία. Κανείς δεν μπορούσε να τους πλησιάσει και με τη φήμη, που τους εξύψωνε στα μάτια των πιο αδύναμων, δυνάστευαν κάθε άλλον, τον ανάγκαζαν να τους υπηρετεί ποικιλοτρόπως και τον υποχρέωναν να εκτελεί κάθε θέλημά τους. Αλίμονο σ’ εκείνον που θα αρνιόταν να υποδουλωθεί στις προσταγές τους! Φυσικά, οι άνθρωποι αυτοί ήταν συγχρόνως δυνάστες, αλλά και προστάτες.

 

Η προστασία που παρείχαν, είχε γίνει αφορμή πολλές φορές άγριων συμπλοκών μέσα στα μπουντρούμια και στα κελιά. Το αίμα χυνόταν άφθονο μεταξύ των φυλακισμένων.

 

Την ημέρα, λοιπόν, αυτή, που αποπειράθηκαν να διαφύγουν οι κατάδικοι και θα γλίτωναν, πράγματι, αν δεν τους είχε καταπιεί η λάμια της θάλασσας, ο αρχηγός της φρουράς και ο διευθυντής των φυλακών αποφάσισαν να διενεργήσουν έρευνα μέσα στα επικίνδυνα μπουντρούμια.

 

Έτσι, παρέταξαν τους στρατιώτες μπροστά στο πρώτο διαμέρισμα των φυλακών, αυτό που βρισκόταν μέσα στο κάστρο και διέταξαν το άνοιγμα της πόρτας. Κι ευθύς, μόλις πραγματοποιήθηκε η διαταγή, ο αρχηγός της φρουράς φώναξε:

 

Μην κουνηθεί κανείς, διότι θα πυροβολήσουμε!

 

Ήταν πολύ νωρίς το πρωί. Οι φυλακισμένοι, ξαπλωμένοι ακόμα στα κρεβάτια τους, σχολίαζαν τα συμβάντα της προηγούμενης νύχτας και κανείς δεν είχε τη διάθεση να αντισταθεί, καθώς μάντευε τι θα επακολουθούσε. Σηκώθηκαν όρθιοι και περίμεναν. Οι στρατιώτες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και, ενώ οι μισοί φρουρούσαν, οι άλλοι μισοί ξεκίνησαν την έρευνα. Όμως, δε βρήκαν πουθενά τίποτα το επιλήψιμο.

 

Ο αρχηγός τη φρουράς δάγκωνε το μουστάκι από τη λύσσα του για τον άδικο χαμό του συναδέλφου του και παρακολουθούσε σαν αρπακτικό τις έρευνες. Έξαφνα, τα βλέμματα των στρατιωτών έπεσαν πάνω σ’ έναν κατάδικο, ο οποίος έμενε ασάλευτος σε μια γωνιά, κατακίτρινος, κοιτώντας ένοχα προς ένα τμήμα του τοίχου. Ο Αξιωματικός αμέσως κατάλαβε: “Βγάλτε αυτήν την πέτρα!”, ούρλιαξε.

 

Αφού αφαίρεσαν το μεγάλο αγκωνάρι του τοίχου, οι φρουροί διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για μια κρύπτη γιομάτη λίμες, μαχαίρια, πιστόλια και φυσίγγια. Τότε, ο Αξιωματικός στράφηκε προς τους καταδίκους και διέταξε αγριεμένα: “Ψηλά τα χέρια!”

 

Κατόπιν, κάλεσε μερικούς στρατιώτες να τους περάσουν χειροπέδες και να τους οδηγήσουν σ’ άλλο κελί της φυλακής. Οι έρευνες συνεχίστηκαν και ανακάλυψαν μια ημιτελή υπόγεια στοά, που απλωνόταν κάτω από το κάστρο και είχε κατεύθυνση προς την αυλή. Προφανώς, θα την ολοκλήρωναν και θα προσπαθούσαν να βγουν έξω από τα τείχη.

Στα υπόλοιπα κελιά δεν εντοπίστηκε τίποτε το ύποπτο. Πάντως, για τους καταδίκους, όλα τα αλλόκοτα που συνέβαιναν στους κόλπους του κάστρου ήταν έργα των καταραμένων φιδιών και της εκδικητικής λάμιας. Το μόνο που παραδέχτηκαν ήταν ότι εκείνοι οι πέντε δραπέτες σκότωσαν όντως με μαχαίρι τον έναν σκοπό, αλλά για τον άλλο τον φρουρό, δεν έφεραν καμιά ευθύνη απολύτως. Υποστήριζαν με βεβαιότητα ότι τον καταβρόχθισαν τα πελώρια σατανικά φίδια του στοιχειωμένου κάστρου.

 

Τη νύχτα, ο αρχηγός της φρουράς δε έκλεισε μάτι. Έκανε αλλεπάλληλους αιφνιδιασμούς και λίγο προτού ξημερώσει, κατευθύνθηκε προς τη σκοπιά του τείχους. Ο καιρός ήταν ίδιος με την προηγούμενη βραδιά. Ο βοριάς λυσσομανούσε, το σκοτάδι ήταν πηχτό και το κρύο, αφόρητο. Οι σκοποί βρίσκονταν όλοι στις θέσεις τους. Από τις κουβέντες τους, όμως, ήταν ολοφάνερο πως ήταν επηρεασμένοι από τις ιστορίες των φιδιών και της θαλάσσιας λάμιας και ότι, αν δοκίμαζαν την παραίσθηση ότι έβλεπαν ξαφνικά τα φίδια εμπρός τους, ήταν σίγουρο πως θα πετούσαν τα όπλα τους και θα το έβαζαν στα πόδια.

 

Ο Αξιωματικός πάσχιζε να τους τονώσει το ηθικό, αλλά και ο ίδιος είχε πια επηρεαστεί. Την ώρα, μάλιστα, που ανέβαινε στη σκοπιά του τείχους, είχε την εντύπωση ότι άκουσε δαιμονισμένους συριγμούς και αλλόκοτα αγκομαχητά. Είχε φτάσει πλέον στο τελευταίο σκαλοπάτι. Ο διπλοσκοπός φώναξε: “Αλτ! Τις ει;” και πρότεινε το όπλο του. Ο Αξιωματικός δεν πρόλαβε να δώσει την απάντηση που έπρεπε κι αμέσως, ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό και μια διαβολική συναυλία σφυριγμάτων. Ο φόβος εκτόξευσε αυτομάτως το δηλητήριό του στην καρδιά του. Προσπάθησε, όμως, να τον αποτινάξει κι έβγαλε το όπλο του.

 

Κοίταξε τριγύρω. Δεν έβλεπε τίποτε. Αλλά, αίφνης, δέχτηκε ένα τρομερό χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του και σωριάστηκε πάνω στο τείχος. Δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του. Καθώς έπεφτε, ξέφυγε το όπλο από τα χέρια του κι έπεσε κάτω από το τείχος. Κατά περίεργο τρόπο, δεν έπεσε μέσα στην τάφρο, αλλά πάνω σ’ έναν βράχο και όπως ο Αξιωματικός είχε μετατοπίσει την ασφάλεια, εκείνο εκπυρσοκρότησε.

 

Αμέσως τα απαίσια εκείνα ουρλιαχτά και τα σφυρίγματα δυνάμωσαν και πατήματα αντήχησαν στις σκάλες και στο τείχος, σαν γοργοί βηματισμοί ανθρώπων που έτρεχαν αλλόφρονες. Τότε, μια άγρια κραυγή έκοψε τη νύχτα σε χίλια δυο κομμάτια.

https://strangepress.gr

 

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap

 


Δυστυχώς λόγω προβλήματος δεν μπορώ να ανεβάσω link στην σελίδα. Προς το παρόν λοιπόν μένουμε στην ανταλλαγή πληροφοριών μέχρι να λύσω το πρόβλημα μιας και ο προγραμματιστής μου είναι πολυάσχολος.

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


επειδή δεν το έχουμε πολύ με τα μπαννερ λόγο ότι είμαστε λίγο μεγάλοι σε ηλικία μπορείς να βάλεις τι Φώτο από το προφίλ η ένα απλό λινκ για να βάλεις τι σελίδα μας εμείς αύριο θα σου βάλουμε λινκ στο μπλοκ μας


Βεβαίως. Αν θέλετε μπορείτε και εσείς να μου στείλετε ένα banner στο support@paranormap.net να σας βάλω στην δικιά μου σελίδα με τους συνεργάτες.


Αν θες μπορούμε να βάλουμε και λινκ για την σελίδα σου στο μπλοκ μας


Ευχαριστουμε φιλε για την βοηθεια και για την αδεια


Καλησπέρα παιδιά,

το σχόλιο περάστηκε σαν αναφορα εδω :

http://paranormap.net/article/10544

 

Αν θυμάμαι καλα πρέπει να έχω παρει υλικό από το site σας. Εννοείτε πως και εσείς μπορειτε να παίρνεται ότι θέλετε από το δικο μου.

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap

 


Λόγο ότι παιδεύτηκα πολύ να βάλω την αναφορά αλλά για κάποιο λόγο δεν μπαίνει την καταχωρώ εδώ και ελπίζω να τι βάλεις εσύ σωστά επίσης μπορείς να παίρνεις από το συγκεκριμένο μπλοκ ότι θες και να το δημοσιεύεις

Αντιμέτωποι με το πιο μακάβριο εύρημα

Πολλά παράξενα έχουν κατά καιρούς ακουστεί για τη σπηλιά – μυστήριο της Πεντέλης, τίποτα πιο συγκλονιστικό, όμως, από τη θεωρία που θέλει μια άριστα διατηρημένη μούμια να «ζει» επί χρόνια στο εσωτερικό της.Σήμερα, η «φυσική» αυτή μούμια, γυναίκα όσον αφορά στο φύλο της, αποτελεί ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα εκθέματα του Εγκληματολογικού Μουσείου της Αθήνας, το οποίο έχει οδηγήσει πολλούς στο να διεκδικήσουν την είσοδό τους σε αυτό .Πράγμα δύσκολο, αφού οι καθηγητές του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας και υπεύθυνοι του Μουσείου είναι πολύ προσεκτικοί ως προς την επιλογή των ανθρώπων που θα ξεναγήσουν στους διαδρόμους του.
Αποτελεί, βλέπετε, μουσείο «ειδικού ενδιαφέροντος» στο οποίοι μπαίνουν μόνο λίγοι και εκλεκτοί: Φοιτητές Ιατρικής, εγκληματολόγοι, ερευνητές, δημοσιογράφοι…

Ο ανθρωπολόγος Κωνσταντίνος Μωραΐτης μου είχε εξηγήσει αναλυτικά την εξέλιξη της κατάσταση του διασημότερου εκθέματος του Εγκληματολογικού σε συνέντευξή μας για το KoolNews:

«Επήλθε φυσική μουμιοποίηση. Δεν ήταν τεχνητή, όπως έκαναν οι Αιγύπτιοι. Το σώμα αυτό  παρέμεινε σε ξηρό περιβάλλον, αφυδατώθηκε και διατηρήθηκε στην κατάσταση που το βλέπουμε σήμερα. Για να το εξηγήσω αναλυτικά, η μουμιοποίηση είναι μια παραλλαγή της σήψης.Έχουμε αφυδάτωση των μαλακών ιστών, η οποία λαμβάνει χώρα υπό συγκεκριμένες περιβαλλοντολογικέςσυνθήκες.Απαιτούνται υψηλή θερμοκρασία και χαμηλά ποσοστά υγρασίας.Το δέρμα αποκτά αυτή την ξυλώδη μορφή, γίνεται πολύ σκληρό. Θεωρητικά, μπορεί να μείνει για πάντα έτσι αν δεν προσβληθεί από έντομα που τρέφονται με ιστούς. Οι ιδανικές και σταθερές συνθήκες διατήρησης μιας μούμιας, όμως, απαιτούν έναν ειδικά διαμορφωμένο ψυχόμενο θάλαμο. Γι’ αυτό και μπαίνοντας κανείς στο μουσείο καλείται να αντιμετωπίσει… έντονο ψύχος».

Πόσο πιθανό είναι η μούμια αυτή να βρέθηκε πράγματι στο εσωτερικό της σπηλιάς του Νταβέλη;


«Υπάρχει μια τέτοια εκδοχή, πως βρέθηκε στη σπηλιά του Νταβέλη, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί. Όταν εμείς ήρθαμε εδώ, τα ευρήματα αυτά υπήρχαν ήδη. Δε μπορώ να την απορρίψω, ούτε όμως και να την επιβεβαιώσω. Θέλω να πιστεύω πως αν πράγματι ίσχυε αυτό, θα το είχαν ψάξει λίγο περισσότερο. Η ταυτότητά του θύματος δεν έχει εξακριβωθεί», σχολίασε αμέσως μετά τον Δρα Μωραΐτη ο  διακεκριμένος τοξικολόγος, Σωτήρης Αθανασέλης.Την αλήθεια, όπως φαίνεται, δεν θα τη μάθουμε ποτέ. Ωστόσο και μόνο το γεγονός πως το εύρημα αυτό έχει άρρηκτα συνδεθεί με τη μυστηριώδη σπηλιά στην οποία λέγεται πως έζησε ο πιο διαβόητος Έλληνας λήσταρχος, την καθιστά αυτομάτως εύρημα που κερδίζει το ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή.

Ποια ήταν τελικά αυτή η γυναίκα και πώς προέκυψε η σύνδεσή της με τη σπηλιά του Νταβέλη;

Δυστυχώς, αυτό μόνο η ίδια το γνωρίζει…

 

https://teammorfeas.blogspot.com/2018/11/blog-post.html

 


Στην αναφορά Το Στοιχειωμένο Κάστρο του Ρίου Ο χρήστης Aragorn είπε:

Το Κάστρο του Ρίου, λοιπόν, πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους και μέχρι το 1926, χρησίμευε ως στρατιωτική φυλακή και ταυτοχρόνως, ως φυλακή βαρυποινιτών. Αυτό και το Παλαμήδι ήταν τα δύο ονόματα, που είχαν στο στόμα, όσοι βρέθηκαν στο περιθώριο της κοινωνίας και όσοι ήταν τόσο επικίνδυνοι, ώστε να λαμβάνονται γι’ αυτούς μέτρα φρούρησης.

 

Όποιος περνούσε τη γέφυρα, που ήταν ριγμένη πάνω από την τάφρο, μπορούσε να ήταν βέβαιος ότι δεν είχε καμιά απολύτως πιθανότητα να δραπετεύσει, είτε εξαπατώντας τους φρουρούς, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Από τη μια, τα πανύψηλα στιβαρά τείχη με τις πυκνές σκοπιές και την απαραβίαστη τάφρο και από την άλλη, η θάλασσα, που απλωνόταν ολόγυρα και πάντα σχεδόν φουρτουνιασμένη ως το Αντίρριο αντίκρυ, απέκλειαν κάθε ενδεχόμενο και ελπίδα διαφυγής.

 

Αλλά ακόμη κι αν κάποιος κατόρθωνε να ξεγελάσει τους σκοπούς ή να διατρυπήσει τους τοίχους της φυλακής, πάλι δε θα κατάφερνε να ξεφύγει. Από την αυλή του κάστρου, για να φτάσει στα χωράφια και στα αμπέλια, που το περιέβαλαν τότε, θα έπρεπε να περάσει από αλλεπάλληλες πύλες, που τις φρουρούσε μέρα-νύχτα ο στρατός, πράγμα δηλαδή αδύνατο. Και πάλι, όμως, αν δοκίμαζε να φύγει από τη θάλασσα, η διαβόητη Λάμια του βυθού, δε θα του το επέτρεπε.

 

Όχι τόσο γιατί τα νερά ήταν βαθιά, αλλά γιατί στο σημείο εκείνο του Πατραϊκού Κόλπου, ανοιγόταν στον βυθό ένα αβυσσαλέο χάσμα, στο οποίο σημειωνόταν συνεχής δίνη. Υπήρχε μια τρομακτική “ρουφήχτρα”, έτοιμη να καταπιεί τον τολμηρό, που θα προσέγγιζε τα νερά της. Δεκάδες καταδίκων, που δούλεψαν για μήνες και χρόνους ολάκερους με έναν σουγιά, μια λίμα, για να κόψουν τα κάγκελα ενός παραθύρου ή με τα χέρια, για να αποσπάσουν τεράστιους βράχους και να ανοίξουν ένα στενό πέρασμα, που θα τους έβγαζε κάτω από τα υπόγεια στην ακρογιαλιά, αρπάχτηκαν από τη δίνη και χάθηκαν για πάντα.

 

Ήταν, λοιπόν, ήσυχοι οι φρουροί ότι και από τη μεριά της θάλασσας, οι κατάδικοι δεν μπορούσαν να έχουν καμιά ελπίδα δραπέτευσης και διαφυγής.

 

Το 1932 πια, τα κελιά των φυλακών απόμεναν αδειανά. Οι τρεις-τέσσερις άνθρωποι, που έμεναν τότε μες στο Κάστρο του Ρίου, το είχαν μεταβάλει σε στάβλους. Από το πρωί ως το βράδυ μπαινόβγαιναν τα κοπάδια των γουρουνιών, που είχαν κυλιστεί στις λάσπες, αλλά και πρόβατα και κότες, που ράμφιζαν ακατάπαυστα τη γη.

Έβλεπε, δηλαδή, κανείς μια αγροτική εικόνα, που αυτομάτως αυτοαναιρούνταν, μόλις σήκωνε τα μάτια του και αντίκριζε τις σκοπιές και τα βαριά επιβλητικά τείχη, που σαν γίγαντες ορθώνονταν στο γαλάζιο φόντο του ουρανού.

 

Μέσα στα μπουντρούμια του κάστρου, οι τοίχοι ήταν υγροί και καταπράσινοι από την υγρασία, ενώ η ανασφάλεια, που εκπορεύεται πάντα από το σκοτάδι των χώρων, ήταν το βασικό αίσθημα που κυριαρχούσε. Από τα φειδωλά παράθυρα κατέρρεε ένα φως μισακό, που δεν έφτανε ούτε για να οδηγηθεί κανείς ψηλαφώντας μέσα στο χάος εκείνο των στοών και των διαδρόμων.

 

Κι όμως, οι δυσοίωνοι εκείνοι τοίχοι ήταν κατάμεστοι από προσωπικές επιγραφές. Μια αλλόκοτη φιλολογία απλωνόταν με τη μορφή των στίχων. Οι κατάδικοι ή οι υπόδικοι δεν σκάλιζαν απλώς το όνομά τους, αλλά απαθανάτιζαν το πέρασμά τους από κει, χρησιμοποιώντας αυτοσχέδιες ρίμες. Ιδού μερικά ανάγλυφα παραδείγματα:

 

Είναι μεγάλη συμφορά

να βρίσκεσαι στο Ρίο,

να χάνεις την αγάπη σου,

χρονάκια είκοσι δύο.

 

Γεώργιος Κοκόρης, από τα Μεσόγεια Αττικής

 

Ένα άλλο παράδειγμα ήταν το εξής:

 

Το λεν πουλιά των Γρεβενών

κι αηδόνια του Μετσόβου

που τα ‘χει διώξει παγωνιά

κι ανατριχίλα φόβου.

Έχασα το σπιτάκι μου

για μια παλιογυναίκα

και στο μπουντρούμι κάθομαι

χρονάκια τώρα δέκα.

 

Δημήτριος Ανυφαντής, 1908

 

Μεταξύ των ιδιότυπων αυτών ποιητών, υπήρχαν και μερικά ενδοξότατα ονόματα, όπως του λήσταρχου Σκαρτσώρα, οι πέντε συγγενείς Κωστάκηδες, που απέδρασαν κατόπιν από το Παλαμήδι, όπου μεταφέρθηκαν και πολλοί ακόμα.

 

Σε όλα αυτά τα χρόνια, πολλοί φρουροί είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς από τη θέση τους, χωρίς να ξέρει κανείς τι απέγιναν. Να ήταν άραγε αλήθεια ότι τους τύλιγαν ασφυκτικά τα καταραμένα φίδια της Κολάσεως, που έβγαιναν από τα υπόγεια του κάστρου και τους έσερναν στη φωλιά τους, για να τους καταβροχθίσουν με την ησυχία τους, όπως έλεγαν οι φυλακισμένοι, αλλά και οι φρουροί τους;

 

Μα, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τι ήταν αυτά τα φίδια, παρά τα στοιχειά του κάστρου;

 

Αυτά έλεγαν και ξανάλεγαν οι κατάδικοι, έως ότου έφτασε και η ώρα να ανακαλυφθεί πώς εξαφανίζονταν οι σκοποί στρατιώτες και ποια ήταν ακριβώς τα στοιχειά του Κάστρου του Ρίου.

 

Επάνω από τις φυλακές και κατά μήκος των τειχών υπήρχαν σειρές σκοπιών, που προφύλασσαν τον χειμώνα τους φρουρούς από τη βροχή και τον άνεμο. Ο βοριάς, όταν ξεσπούσε στο στενό του Ρίου, βογκούσε σαν δαιμονισμένος και μπορούσε να παρασύρει κι άνθρωπο ακόμα, αν δεν είχε κάπου να ακουμπήσει και να προφυλαχθεί.

 

Μια νύχτα του Ιανουαρίου του 1906, ήταν η σειρά να φυλάξει σκοπός ένας νεαρός στρατιώτης από την Ακράτα, ένα γερό και θαρραλέο παλικάρι. Επειδή, όμως, τις προηγούμενες ημέρες είχαν σημειωθεί η μία μετά την άλλη δύο ανεξήγητες εξαφανίσεις φρουρών, τοποθετήθηκε και διπλοσκοπός. Έτσι, το νούμερο και για τους δύο στρατιώτες άρχισε κατά τις τρεις το πρωί.

 

Το κρύο τη νύχτα εκείνη ήταν φοβερό. Δε φυσούσε, αλλά η βραδιά ήταν παγωμένη και στη λάμψη του γεναριάτικου φεγγαριού, όλα είχαν μια αποκρυσταλλωμένη όψη θανάτου. Τα τείχη του κάστρου φάνταζαν σαν απειλητικοί τιτάνες και κάθε φορά που ο διπλοσκοπός κινούνταν πάνω στο τείχος, αστραποβολούσε η λόγχη του στο φεγγαρόφως.

 

Οι δύο στρατιώτες δεν είχαν διάθεση να ανταλλάξουν μήτε λέξη και ο καθένας τους, τη νύχτα εκείνη την παγερή, αποζητούσε με τις σκέψεις του τη θαλπωρή του σπιτιού του, το τζάκι, το χωριό του, τη γλυκιά μάνα του και το καλό φαΐ της.

 

Θα είχε περάσει κάπου μιαν ώρα, όταν:

 

-Τι είναι; είπε άξαφνα ο σκοπός.

-Τι άκουσες; ρώτησε ο διπλοσκοπός.

-Κάτι σαν σφυρίγματα νομίζω. Πρόσεξε!

 

Τα δυο παλικάρια έμειναν ακίνητα και πάσχιζαν να αφουγκραστούν τους μυστηριώδεις θορύβους της κρύας εκείνης νύχτας. Πράγματι, μες στη σιγαλιά ακούστηκε καθαρά κάτι σαν σφύριγμα, μα κάπου-κάπου τους φαινόταν ότι κατέφθανε στα αυτιά τους ο χαρακτηριστικός ήχος ενός πλάσματος να σέρνεται βαριά στο χώμα.

 

Τότε, ο διπλοσκοπός, με προτεταμένο το όπλο, προχώρησε στο τείχος. Στάθηκε ακίνητος και περίμενε. Δεν πέρασαν, όμως, πολλά δευτερόλεπτα και ένα σφύριγμα στριγκό, απαίσιο, ανατριχιαστικό υψώθηκε. Ο τρόμος παρέλυσε τα μέλη του. Ίσα που πρόλαβε να ψιθυρίσει: “Τα φίδια του κάστρου…”

 

Μέσα στη νύχτα κάτι άστραψε, όπως αστράφτει ο καθρέφτης, όταν βρεθεί λοξά στο φως κι ένα δεύτερο σφύριγμα, αγριότερο από το πρώτο, αντιλάλησε, ενώ όλοι οι ένοικοι του κάστρου άκουσαν τα διαπεραστικά ουρλιαχτά του σκοπού και κατόπιν, έφτασε στα αυτιά τους ο μακάβριος αχός ενός σώματος που πέφτει από ψηλά. Ένα στερνό σφύριγμα και ένα βαρύ σύρσιμο, που έσβηνε μακριά, ενώ τον σκοπό δεν τον ξαναείδε ποτέ κανένας.

Με το ξημέρωμα, λοιπόν, έπρεπε να αλλάξουν οι φρουροί στη σκοπιά του τείχους του κάστρου, όπου διαδραματίστηκαν όσα εξιστορήθηκαν στο προηγούμενο άρθρο μας.

 

Όταν, όμως, οι δύο άλλοι στρατιώτες, που θα αντικαθιστούσαν τους πρώτους, τουρτουρίζοντας από την παγωνιά του Γενάρη (του 1906), ανέβηκαν την πέτρινη σκάλα και έφτασαν στο τείχος, μάταια περίμεναν να ακούσουν το γνωστό “Αλτ” και το σύνθημα.

 

Αρχικά, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τι συνέβαινε, αλλά γρήγορα διέκριναν έναν περίεργο μαυριδερό όγκο. Έσκυψαν και είδαν τον διπλοσκοπό σωριασμένο πάνω στο τείχος, αναίσθητο. Στη σκοπιά, όμως, ο άλλος φρουρός ήταν άφαντος. Κάλεσαν, τότε, στα όπλα και σε λίγο οι στρατιώτες, που αλλόφρονες προσέτρεξαν, μετέφεραν στον θάλαμο τον διπλοσκοπό, που δεν είχε συνέλθει ακόμα. Ο τρόμος που δοκίμασε και το φοβερό κρύο, τον είχαν βυθίσει σε μια νάρκη, από την οποία πέρασε πολλή ώρα για να ξυπνήσει.

 

Σε όλο αυτό το διάστημα, χιλιάδες εικασίες γίνονταν από τους Αξιωματικούς και τους στρατιώτες και ο καθένας τους εξηγούσε την αινιγματική εξαφάνιση του σκοπού όπως ήθελε. Οι περισσότεροι, όμως, μιλούσαν ψιθυριστά για τα απόκοσμα φίδια του στοιχειωμένου Κάστρου του Ρίου.

 

Μα, πέρασαν οι ώρες και κάποτε ο διπλοσκοπός βρήκε τις δυνάμεις του, αν και η ωχρότητα του θανάτου ήταν ακόμη χυμένη στο πρόσωπό του. Άνοιξε μόνο τα μάτια κι ευθύς, περίτρομος, τα έκλεισε σφιχτά, ουρλιάζοντας: “Τα φίδια! Τα φίδια…”

 

Οι στρατιώτες, που είχαν μαζευτεί ολόγυρά του, πάγωσαν. Πίστευαν όλοι τους στην ύπαρξη των καταραμένων εκείνων φιδιών, που φώλιαζαν στα άδυτα του κάστρου. Μάλιστα, ένας Αξιωματικός πλησίασε διστακτικά τον διπλοσκοπό και τον ρώτησε τι είχε πραγματικά συμβεί τη νύχτα πάνω στο τείχος. Και ο στρατιώτης, τρεμάμενος, με τον φόβο κατάφωρο στο βλέμμα του, άρχισε να λέει:

 

-Ήμουν σκοπός μαζί με το παλικάρι από την Ακράτα πάνω στο τείχος και είχε περάσει ήδη μια ώρα, όταν κι αυτός κι εγώ ακούσαμε μέσα στο σκοτάδι ένα απαίσιο σφύριγμα. Ήθελα να καλέσω στα όπλα, αλλά κέρωσα, σάστισα και πριν μπορέσω να κάνω ένα βήμα, είδα τα φίδια να προβάλουν στο τείχος.

-Τα είδες; τον ρώτησε δύσπιστος ο Αξιωματικός.

-Αν τα είδα! Ήταν τόσο μεγάλα, που το μισό τους κορμί, που σηκωνόταν πάνω από τη γη, περνούσε το ύψος του φυλακίου. Πόσα ήταν, δεν ξέρω… Ούρλιαζαν, όμως, σφύριζαν δαιμονικά κι ύστερα, τύλιξαν τον δυστυχή συνάδελφό μου και τον έσυραν μαζί τους στις βδελυρές φωλιές τους, που είναι στα υπόγεια του κάστρου.

-Άφησέ τα αυτά και πες μου, αν την ώρα που εξαφανίστηκε ο σκοπός, μήπως είπε κάτι, για να οδηγηθούμε στις έρευνές μας, είπε αυστηρότατα ο Αξιωματικός, φανερά φουρκισμένος.

-Ήταν τα φίδια! Τα κεφάλια τους ήταν μεγάλα σαν καρπούζια, ενώ τα μάτια τους πετούσαν αστραπές!

 

Ο Αξιωματικός αυτός, που ήταν ο αρχηγός της φρουράς του Κάστρου του Ρίου, συνοδευόμενος από δύο-τρεις άλλους Αξιωματικούς, ανέβηκε στο τείχος για επιτόπια έρευνα. Πολιτισμένος άνθρωπος και μορφωμένος καλά, δεν ήθελε και δεν μπορούσε να παραδεχθεί ότι ήταν δυνατόν να ήταν το κάστρο στοιχειωμένο και να εξαφανίζονται οι σκοποί του από τα καταραμένα φίδια, που είχαν τις μιαρές φωλιές τους στα ανήλιαγα υπόγειά του.

 

Ο ήλιος είχε ανεβεί πια για τα καλά και έτσι, μπόρεσε να ερευνήσει σχολαστικά κάθε γωνιά της σκοπιάς και του τείχους, στο σημείο εκείνο στο οποίο διαδραματίστηκε, μέσα στην παγερή νυχτιά η σκηνή, που είχε ως συνέπεια τη μυστηριώδη εξαφάνιση του στρατιώτη. Έσκυψε εδώ, γονάτισε εκεί, κοίταξε τα αγκωνάρια του τείχους και το αποτέλεσμα της έρευνά του ήταν οι λιγοστές τούτες λέξεις, που εκστόμισε βαρύθυμα στους Αξιωματικούς, που τον συνόδευαν:

 

Βέβαια, αυτή η τρελή ιστορία με τα φίδια δεν είναι για μας. Κάτι άλλο συμβαίνει τόσον καιρό, που χάνονται έτσι αδικαιολόγητα οι στρατιώτες και σίγουρα, φταίνε οι κατάδικοι!

 

Έπειτα, εκείνη η μοναδική σταλαγματιά αίματος, που ξεχώριζε πίσω από το φυλάκιο, έλεγε τη δική της ιστορία, μα ποιος την άκουγε;

 

Ήρθε το βράδυ, αλλά ο χαμένος στρατιώτης παρέμενε χαμένος, άφαντος, σαν να τον κατάπιε η γης. Εκείνη τη νύχτα, λοιπόν, λήφθηκαν αυστηρότατα μέτρα ασφαλείας και οι σκοποί πολλαπλασιάστηκαν και στο σημείο που εξαφανίστηκε ο σκοπός το προηγούμενο βράδυ, αλλά και εμπρός στις πόρτες των φυλακών των βαρυποινιτών.

 

Στο Κάστρο του Ρίου, όμως, δεν υπήρχε ένα μονάχα κτίριο φυλακών, αλλά κι ένα ακόμη, στην αντίθετη πλευρά και ένα ξεχωριστό διαμέρισμα εντός του κάστρου, προς το μέρος της θάλασσας. Σε αυτό, η φρούρηση, χωρίς να ήταν χαλαρή, δεν ήταν και τόσο αυστηρή, όσο στα υπόλοιπα τμήματα του χώρου. Και τούτο, διότι ήταν αδύνατο από τη θάλασσα να διαφύγουν οι κατάδικοι, έστω κι αν κατόρθωναν να βγουν στην ακρογιαλιά.

 

Τρεις στρατιώτες, σε μια έκταση τριακοσίων μέτρων, φρουρούσαν την παραλία. Η νύχτα, όμως, δεν ήταν φεγγαρόλουστη, όπως η προηγούμενη. Η σελήνη ήταν διαρκώς κρυμμένη πίσω από τα σύννεφα κι αν καμιά φορά πρόβαλλε, οι ακτίνες της ήταν ανήμπορες, χτικιάρικες, αναιμικές.

 

Ο βοριάς, αδυσώπητος τύραννος της νύχτας, ούρλιαζε και εξακόντιζε πελώρια κύματα, που έσπαγαν παταγωδώς πάνω στην ακτή. Και ήταν τόσος ο σάλαγος, που οι φωνές των σκοπών χάνονταν και σβήνονταν, σαν να μην είχαν αρθρωθεί ποτέ.

 

Ένας από τους στρατιώτες πλησίασε και ακούμπησε στον τοίχο του κάστρου. Πίσω του ακριβώς ήταν ένα μεγάλο κιγκλιδόφραχτο παράθυρο, που χρησίμευε για τον εξαερισμό ενός μεγάλου μέρους του διαμερίσματος των φυλακών.

 

Εκεί έμεινε κουκουλωμένος, όσο μπορούσε καλύτερα, να κοιτάζει τη θάλασσα, που άφριζε στο βάθος, να αφουγκράζεται το μουγκρητό της και το αλύχτισμα του ανέμου. Αν δεν κυριευόταν από την αλλοπαρμένη αυτή μουσική, δε θα πάθαινε αυτό, που όντως έπαθε δύο λεπτά μόλις μετά. Αλλά, κυριεύθηκε σύσσωμος από την αλλόκοτη μουσική κι έμεινε ασάλευτος. Και τότε, μέσα από τη φυλακή, κάποιο χέρι οπλισμένο μ’ ένα πελώριο δίκοπο μαχαίρι, προτάθηκε και με αφάνταστη δύναμη το κάρφωσε στον τράχηλο του στρατιώτη.

 

Ο δύσμοιρος σκοπός έβγαλε μια άναρθρη κραυγή και έπεσε με το πρόσωπο στην άμμο της ακρογιαλιάς. Την ίδια ακριβώς στιγμή, πολλά άλλα χέρια άρχισαν να βγάζουν μια-μια τις διπλές σιδερένιες κιγκλίδες του παραθύρου, που τις είχαν φαίνεται λιμάρει από πριν και σε λίγα λεπτά, πέντε κατάδικοι πηδούσαν στην ξηρά. Γύρισαν, κοίταξαν ολόγυρα και άρχισαν να σέρνονται στην άμμο, μέσα στο πηχτό έρεβος. Οι δύο άλλοι σκοποί δεν πήραν είδηση. Ο βοριάς ούρλιαζε πάντα και δεν μπόρεσαν να ακούσουν τίποτε.

 

Οι πέντε κατάδικοι έφτασαν έρποντας ως τη θάλασσα, αλλά ο ένας σκοπός τους αντιλήφθηκε την ύστατη στιγμή και άρχισε να πυροβολεί. Όλοι οι σκοποί ξεσηκώθηκαν και πυροβολούσαν κι εκείνοι προς το μέρος τους. Μα, καμιά σφαίρα δεν τους πέτυχε κι έτσι, οι δραπέτες ρίχτηκαν στα νερά και απομακρύνονταν, κολυμπώντας με όλη τους τη δύναμη. Ώσπου έφτασαν μέχρι την πανίσχυρη δίνη, τη ρουφήχτρα κι έπεσαν στο κέντρο της. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα χάθηκαν για πάντα στα βάθη της θαλάσσιας αβύσσου.

 

Οι στρατιώτες, που έβλεπαν τη σκηνή από τα τείχη του κάστρου, έλεγαν χαμηλόφωνα και συνωμοτικά αναμεταξύ τους: “Τους κατάπιε η λάμια της θάλασσας και πάει, χάθηκαν κι αυτοί…”

https://strangepress.gr

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


Στην αναφορά Το Στοιχειωμένο Κάστρο του Ρίου Ο χρήστης Aragorn είπε:

Το Μπούρτζι, το Παλαμήδι, το Κάστρο της Καλαμάτας, του Άργους και ένα σωρό άλλα, συνδέονται με τους ωραιότερους θρύλους και τις αιματηρότερες παραδόσεις, που άκουσε επί τόπου ο έγκριτος συγγραφέας και δημοσιογράφος της εφημερίδας “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ”, Χρήστος Αγγελομάτης, ο οποίος επιμελήθηκε την ιστορία των “Στοιχειωμένων Κάστρων της Ελλάδας”.

 

Πρώτο, λοιπόν, στη σειρά έρχεται το Κάστρο του Ρίου, που παλαιότερα χρησίμευε ως φυλακή των βαρυποινιτών. Τα τείχη του, οι επάλξεις του, οι προμαχώνες του συνδέονται με συγκλονιστικές ιστορίες, όπως η ιστορία του Πύργου του Αράπη, για την οποία ήδη ξεκινήσαμε να την ξετυλίγουμε στο προηγούμενο άρθρο μας.

 

Ο πύργος αυτός ήταν ένα τρομακτικό απομονωμένο κτίσμα, μέσα στα άλλα κτίσματα του κάστρου, στον οποίο για να εισέλθει κάποιος, θα έπρεπε να συρθεί στα γόνατα. Στον Πύργο του Αράπη ζούσε, κατά τους θρύλους, ένα αόρατο πλάσμα, ένα θανατερό στοιχειό, που εξαφάνιζε κάθε άνθρωπο, που θα τολμούσε να παραβιάσει το άσυλό του. Και ήταν, πράγματι, πολλοί εκείνοι, τους οποίους εξαφάνισε και ανάμεσά τους μια κοπέλα είκοσι χρόνων, την ιστορία της οποίας αφηγήθηκε, εντός του πύργου, στον Χρήστο Αγγελομάτη, ένας γέρος τσομπάνος. Ο υπέργηρος αυτός Πελοποννήσιος, αφού ζωγράφισε την ομορφιά της κοπέλας με τα πλέον φωτεινά χρώματα, συνέχισε τη μοναδική ιστορία του.

 

Στους τοίχους του ολοστρόγγυλου πύργου, η φλόγα του κεριού εξακολουθούσε να γράφει τα πιο παράξενα σχήματα, την ώρα που τρεμουλιάρικη και βαριά η φωνή του γέρου βοσκού δεν έπαυε, μέσα στη σιγαλιά, να λέει την ιστορία της εύμορφης κοπέλας, που θάρρεψε να μπει στον πύργο, για να μην ξαναβγεί ποτέ της.

 

Τα μάτια της αλλόκοτης αυτής ομήγυρις, του δημοσιογράφου, των συνεργατών του και του τσομπάνη δηλαδή, είχαν πια συνηθίσει στο μισοσκόταδο και δεν έμενε καμιά λεπτομέρεια, που να μην τη διακρίνουν πλέον. Οι πελώριες τετράγωνες πέτρες ήταν τόσο καλά συνταιριασμένες, που ούτε έστω και μια αχτίδα του ήλιου δεν εισέβαλε ποτέ εκεί μέσα. Στην οροφή, ένας σιδερένιος κρίκος χρησίμευε για να κρεμιέται το φανάρι, ώστε να εξορίζει το σκοτάδι και την αγριάδα των δέσμιων ψυχών. Δύο άλλοι κρίκοι, οι οποίοι κρέμονταν χαμηλότερα, είχαν άλλη χρήση, καταραμένη. Σ’ αυτούς δένονταν οι δυστυχισμένοι κατάδικοι ή οι αιχμάλωτοι, προτού τουφεκιστούν. Ποιος μπορεί να ξέρει την πικρή τους ιστορία;

 

Ο γέρος βοσκός συνέχιζε να αφηγείται:

 

Εδώ κοντά ζούσε ένας αφέντης, πλούσιος όσο και ο βασιλιάς που εξουσίαζε τον τόπο και καλός, όσο και οι Μοίρες που μας παραστέκουν, όταν γεννιόμαστε. Κανέναν δεν είχε άλλον στον κόσμο, εκτός από τη μονάκριβη κόρη του, την Αρετή και γι’ αυτήν θα μπορούσε και την ψυχή του να δώσει ακόμα, για να μην πέσει ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά της καταγής.

 

Ο τσομπάνος στάθηκε για λίγο αμίλητος. Η φαντασία του θα του έφερνε σίγουρα στα μάτια την εικόνα της όμορφης Αρετής, όπως του τη ζωγράφισαν άλλοι και τα βλέμματα όλων ταυτοχρόνως καρφώθηκαν πάνω στο γυναικείο πάτημα, απομεινάρι χρόνων ολάκερων, ολόγυρα από το οποίο κάθονταν μουδιασμένοι και το κοίταζαν άφωνοι και σκεπτικοί. Ήταν ένα τόσο δα μικρούλικο πάτημα και από αυτό μπορούσε εύκολα ο καθένας τους να φανταστεί το λεπτό πόδι της ωραιότατης κόρης, που δεν ξαναείδε το φως του ήλιου και δε χάρηκε ποτέ τη νιότη της.

 

Όλη η συντροφιά κατακλύστηκε από το δέος, που νιώθει κανείς μέσα στα παλιά κάστρα, αλλά ακόμη περισσότερο στον ζοφερό Πύργο του Αράπη, όπου δεν μπορούσε να δει κανείς τίποτε άλλο πέρα από τα τεράστια αγκωνάρια των τοίχων, τους τρεις σκουριασμένους σιδερένιους κρίκους και τον γέρο τσομπάνο, που, ωχρός και τρεμάμενος, εξακολουθούσε να λέει συνεπαρμένος την ιστορία του. Το ανοιχτό πουκάμισο της φουστανέλας που φορούσε, άφηνε να φαίνεται ο δυνατός του θώρακας και από τον σκούφο του έπεφταν πυκνά στον τράχηλό του τα κάτασπρα μακριά μαλλιά του. Τα μάτια του, που είχαν αποτραβηχτεί μέσα στις κόγχες τους με το πέρασμα των χρόνων, εξέπεμπαν, κατά τη διάρκεια της αφήγησης, περίεργες αναλαμπές, ενώ τα δάχτυλα των χεριών του χώνονταν άτσαλα και νευρικά στο σιλέφι του, τη δερμάτινη ζώνη του, που συγκρατούσε τη φουστανέλα του. Οι λέξεις του έπεφταν βαριά, μια-μια μέσα στη σιγή και ηχολογούσαν αλλόκοτα:

 

Μα, αν ο γέρος αφέντης αγαπούσε την κόρη του κι αυτή, με τη σειρά της, αγαπούσε ένα παλικάρι. Ο έρωτας δεν κατέχει χρόνια και εμπόδια. Αγαπούσε ένα φτωχό τσομπανόπουλο, που έβοσκε τα πρόβατά του γύρω από το αρχοντικό του πατέρα της και που ερχόταν καμιά φορά και μέσα στα υποστατικά του. Πώς κατόρθωσαν να συναντώνται, πώς πρωτομίλησαν, κανείς δεν το ξεύρει. Όμως, η αλήθεια είναι ότι βλέπονταν τακτικά και κάποτε έφτασαν και ως το κάστρο, που τότε το είχαν πια εγκαταλείψει οι Βενετσιάνοι. Δεν έμενε άνθρωπος σ’ αυτό και όταν πλησίασαν και πέρασαν την τάφρο από το γεφύρι, που σήμερα είναι καταγκρεμισμένο, βρέθηκαν μέσα στα τείχη του και περιπλανιόνταν βουβοί από θαυμασμό. Έφτασαν, τέλος, και στον Πύργο του Αράπη και τότε, σκέφτηκαν ότι μέσα σ’ αυτόν θα μπορούσαν να έχουν ένα ασφαλισμένο καταφύγιο για τον απαγορευμένο έρωτά τους. Εκείνη την περίοδο ακόμα, τα χώματα δεν είχαν αποκλείσει την υψηλή του είσοδο και δεν χρειαζόταν να συρθούν στα γόνατα, για να τρυπώσουν. Μα, αίφνης κατάλαβαν πως η ώρα ήταν περασμένη και αποφάσισαν την επόμενη φορά που θα αντάμωναν, θα συζητούσαν πώς θα προστάτευαν την αγάπη τους μέσα στην απομόνωση και στη σιγή του πύργου.

 

Ο τσομπάνος σώπασε και πάλι. Πλησίαζε να πει πώς χάθηκε η όμορφη κοπέλα, μα ένας ελαφρύς τρόμος έκανε το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει γοργά και τα χείλη του απέκτησαν την ασπράδα του χαρτιού. Μια ανάερη πνοή συνέχιζε να παιχνιδίζει με τη φλόγα του κεριού κι εκείνος κίνησε και πάλι να λέγει:

 

Την ημέρα που θα αντάμωναν, το τσομπανόπουλο έφτασε πρώτο στον Πύργο του Αράπη, κάθισε και περίμενε γεμάτος περιχαρή αδημονία. Σε λίγο, να σου και η Αρετή. Ντυμένη κατάλευκα, φάνηκε σαν μια νεράιδα στη γέφυρα της τάφρου κι από εκεί προχώρησε προς τον Πύργο του Αράπη, ανάλαφρη σαν την αγνή νιφάδα του χιονιού. Αστραφτοκοπούσε από χαρά και τα μάτια της ήταν δυο ήλιοι, που θάμπωναν με το φως τους εκείνον που τα αντίκριζε. Μέσα στον πύργο μπήκε πρώτη η Αρετή και ευθύς κατόπιν, το τσομπανόπουλο. Μα, τότε…

 

Το χέρι του γέρου βοσκού ανέβηκε και σχημάτισε το σημείο του σταυρού, η φωνή του γίνηκε βραχνή και η συντροφιά, που κρεμόταν από τα πανιασμένα χείλη του, γυρνούσε και κοιτούσε τους άψυχους και βλοσυρούς εκείνους τοίχους, σαν να περίμεναν πως από στιγμή σε στιγμή θα ξεπετιόταν το φοβερό στοιχειό του αιματοκυλισμένου πύργου, έτοιμο να τους καθηλώσει μονάχα με μια απειλητική του ματιά. Το βλέμμα τους καρφώθηκε και πάλι σε εκείνο το παλιό ίχνος της ντελικάτης γυναικείας πατημασιάς.

 

Ο γέρος βοσκός, αφού τράβηξε μια γερή ρουφηξιά αέρα, για να καθαρίσει τον λαιμό του, που του είχε κατακαθίσει ένας λυγμός συγκίνησης, εξακολούθησε:

 

Και τότε, εκείνο που έγινε στον Πύργο του Αράπη, εδώ στο Κάστρο του Ρίου, είναι αφάνταστο και τρομερό! Ο πύργος πλημμύρισε από απόκοσμους σκοπούς, από σφυρίγματα σαν της οχιάς, από βουητά σαν της κόλασης, από ουρλιαχτά σαν του δαίμονα, σαν να θρασομανούσαν όλοι οι άνεμοι μαζί ανταριασμένοι. Και η βοή, που στην αρχή φαινόταν να έρχεται από πολύ μακριά, ολοένα και σίμωνε, ως ότου ξέσπασε ακέραια μέσα στον πύργο. Εκείνη τη στιγμή, έσκασε μια αστραπή, ικανή να τυφλώσει κάθε άνθρωπο κι αμέσως μετά, μια ανατριχιαστική σιωπή σκέπασε, σαν νεκρικό σάβανο, όλα τα βουητά κι όλα τα ουρλιαχτά, που αλυχτούσαν μανιασμένα.

 

Η Αρετή στεκόταν σε τούτη τη γωνιά, που καθόμαστε εμείς τώρα, με κομμένη την ανάσα από τον φόβο. Πλάι της ήταν και ο αγαπημένος της, που μούγκριζε από τον πόνο που ένιωσε στα μάτια, μόλις έσκασε σαν οβίδα η αστραπή.

 

Μες στη σιγαλιά, μια φωνή ορθώθηκε: “Αυτόν τον πύργο δε βρέθηκε άνθρωπος να τον πατήσει, δίχως να τιμωρηθεί. Το ίδιο θα τιμωρηθείτε και εσείς!”

 

Η φωνή τούτη δε θύμιζε ανθρώπινη λαλιά, αλλά μουγκρητό θηρίου. “Προχωρήστε στην πόρτα αμέσως!” τους ούρλιαξε προστακτικά. Ευθύς η Αρετή και το τσομπανόπουλο προχώρησαν προς την πόρτα, χωρίς, όμως, να ορίζουν τα ίδια τους τα πόδια. Υπάκουσαν στη θέληση του άγριου εκείνου πλάσματος, που είχε στην απόλυτη κατοχή του τον πύργο.

 

Τότε, ο γέρο βοσκός πρότεινε στη συντροφιά του, που κρέμονταν από τα χείλη του περιμένοντας εναγωνίως τη συνέχεια της εξιστόρησης, να βγουν έξω από τον πύργο, για να πάνε στα ίδια μέρη, όπου εξαφανίστηκε η όμορφη Αρετή. Έπρεπε να συνεχίσουν, ενόσω ήταν ακόμη μέρα.

 

Βρέθηκαν και πάλι στα γόνατα και σε λίγα δευτερόλεπτα έπεσε πάνω τους ζεστό το ευοίωνο φως του ήλιου. Ένας ήλιος ολόλαμπρος ξόδευε σπάταλα το πλέριο χρυσάφι του και από τις λεύκες της αυλής του Κάστρου του Ρίου περνούσε ελπιδοφόρα το πιο γλυκό φθινοπωρινό τραγούδι.

 

Ο γέρος βοσκός γνώριζε καλά τα κατατόπια του κάστρου και οδήγησε τη συντροφιά του δημοσιογράφου Χρήστου Αγγελομάτη ανάμεσα στα τείχη, στα χαλάσματα, στους προμαχώνες, έως ότου έφτασαν σε αυτό καθ’ εαυτό το κυρίως κάστρο. Θεόρατοι σε ύψος ορθώνονταν οι τοίχοι, που είχαν τριών μέτρων πάχος και τους κάλυπταν οροφές, επάνω από τις οποίες στέκονταν οι επάλξεις και οι ντάπιες. Το βήματά τους στο αποσκληρυμένο χώμα ανέδιδαν βαρείς ήχους, που γέμιζαν τους θαλάμους και τους διαδρόμους, που διέσχιζαν.

 

Έτσι, έφτασαν και σ’ έναν θάλαμο με φοβερά μπουντρούμια ολόγυρα στους τοίχους. Και το αντίκρισμά τους μόνο δάμαζε την καρδιά. Από τους στενούς φεγγίτες των τοίχων, ένα ανήμπορο φως ξεχυνόταν δειλά και μια οξεία απόπνοια πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολυκαιρίας και της εγκατάλειψης.

 

Ο γέρος βοσκός είπε ξέπνοα, ψιθυριστά:

 

Εδώ οδήγησε ο Αράπης του Πύργου την Αρετή και τον αγαπημένο της κι εδώ χορεύθηκε ο χορός εκείνος της Κόλασης, ο Εφταπάρθενος χορός…

Σε αυτό το τρίτο μέρος της ιστορίας, διαδραματίστηκαν τα εξής:

 

Καθώς περπατούσαν μέσα στα τείχη του κάστρου, η ετερόκλητη συντροφιά ακολούθησε έναν διάδρομο, που κατευθυνόταν ανάμεσα από τον λαβύρινθο των υπογείων, κατηφορίζοντας ολοένα προς τη μεγάλη πύλη, που ήταν η μοναδική έξοδος του φρουρίου προς τη θάλασσα. Και ήταν τόσο μακρύς εκείνος ο διάδρομος, που το φως των κεριών, που έσφιγγαν στα χέρια τους, δεν κατόρθωνε να σκορπίσει σ’ ολόκληρο το μήκος του. Τρεμούλιαζε και έσβηνε στο βάθος. Και εκεί, καταμεσής του διαδρόμου, ένα μπουντρούμι φάνηκε και στον πολυχρονισμένο πέτρινο τοίχο του, δέσποζαν βασανιστικά οι τρεις σιδερένιοι κρίκοι.

 

Μα, εκείνο που τους έδεσε τα πόδια στη γη, ανίκανοι να σύρουν τα βήματά τους, με στόμα ανοιχτό, αδειανό από λόγια, ήταν η αποτρόπαια θέα ενός σκελετού. Ένας ανθρώπινος σκελετός, που, μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας ζωντανός άνθρωπος… Είχε δεθεί στον τοίχο, για να τιμωρηθεί για τα κρίματά του, ενδεχομένως. Πέθανε ο δύστυχος και κανείς δε νοιάστηκε να τον θάψει ή έστω, να τον πετάξει στη θάλασσα. Παρά απόμεινε εκεί, να λιώνει αργά-αργά, ίσως για να θυμίζει τη μαύρη εκείνη εποχή, που η ζωή του ανθρώπου άξιζε όσο κι ένα βενετσιάνικο φλουρί και τίποτε άλλο…

 

“Ας φύγουμε…” ίσα που ψιθύρισε κάποιος από τη συντροφιά, που ερευνούσε το κάστρο. Κανείς τους δεν έφερε αντίρρηση. Προσπέρασαν τον σωρό από τα σκορπισμένα οστά και επέστρεφαν πια πίσω στον μεγάλο θάλαμο, όπου θα τους συνέχιζε ο γέρος βοσκός την αιματοβαμμένη ιστορία του. Τεράστιοι ποντικοί έτρεχαν ανάμεσα στους τοίχους και οι οφθαλμοί τους λαμπύριζαν ξέφρενα μες στο ημίφως, ενώ πελώριες αράχνες ακροβατούσαν εδώ κι εκεί πάνω στους ασημένιους ιστούς τους. Η αγωνία, που ελλόχευε στις ανταριασμένες τους ψυχές, γιγαντωνόταν καθώς περνούσαν οι ώρες.

 

Στον μεγάλο θάλαμο, ο υπέργηρος τσομπάνος κάθισε πάνω σ’ ένα κομμάτι μαρμάρου. Ολόγυρα, τα μπουντρούμια κατασκότεινα, ανήλιαγα, απειλητικά, έκαναν τον καθένα τους να βάζει με τον νου του χίλιες τρομακτικές ιστορίες. Μπάλες σιδερένιες ήταν σκορπισμένες τριγύρω κι άλλες μαρμάρινες, αυτές που στην επίσημη γλώσσα χαρακτηρίζονταν τότε ως όλμοι.

 

Ο γέρος τσομπάνης, κέρινος, σκιασμένος, συνέχισε την ιστορία του. Η φωνή του αντιλαλούσε στον θολωτό θάλαμο και όλη αυτή η σκηνή, σαν βγαλμένη από αρχαία τραγωδία, είχε κάτι το μυστηριακό και το φανταστικό, σχεδόν παραμυθένιο. Είπε, λοιπόν:

 

Εδώ έφτασε η Αρετή και το τσομπανόπουλο, οδηγημένοι από τη θέληση του φοβερού στοιχειού, που κατοικούσε στον Πύργο του Αράπη. Οι δυο ερωτευμένοι λούφαξαν σε μια γωνιά και περίμεναν. Δεν έβλεπαν κανέναν κι όμως, δεν μπορούσαν ούτε να κουνηθούν, ούτε να ξεμακρύνουν. Μα, ούτε μια λέξη δε γινόταν να αρθρώσουν, όσο κι αν πάσχιζαν, μιας και ούτε το ίδιο τους το στόμα δεν τους υπάκουε πλέον.

 

Άξαφνα, μια μελωδία μελιστάλαχτη πλημμύρισε τον θάλαμο και άστραψε ένα υπέρλαμπρο φως και ευθύς, εφτά παρθένες, στολισμένες με λευκά πέπλα αναφάνηκαν, χωρίς να ξέρει κανείς από πού προήλθαν. Άρχισαν να λικνίζονται λάγνα και να σχηματίζουν έναν χορό μυστηριακό, τον Εφταπάρθενο Χορό. Πόση ώρα άραγε; Ποιος ξέρει να το πει…

 

Όταν, όμως, ολοκλήρωσαν τον μαγικό χορό τους, ξάφνου έσβησαν και χάθηκαν στο πουθενά, από το οποίο, άλλωστε, προήλθαν. Οι δυο ερωτευμένοι νέοι απέμειναν εκστατικοί, όσο και τρομοκρατημένοι. Τότε, ακούστηκε απότομα η απόκοσμη φωνή του αόρατου Αράπη του Πύργου: “Ακολουθήστε με!” τους πρόσταξε.

 

Οι δυο νέοι πήραν τον διάδρομο που οδηγούσε προς τη θάλασσα. Η βαριά σιδερένια πόρτα ήταν σφαλιστή και κλειδαμπαρωμένη, αλλά άνοιξε μονάχη της, σαν να υπάκουσε σε άναρθρη εντολή. Αν και ήταν μέρα, ξάφνου βαθύ και πηχτό σκοτάδι είχε απλωθεί στη θάλασσα.

 

-Τι ώρα είναι; ρώτησε η αγριεμένη φωνή του Αράπη.

-Η ώρα της ξωθιάς, αποκρίθηκε μια άλλη φωνή, προερχόμενη από τη θάλασσα και κάτι λευκό αχνοφάνηκε στα νερά.

-Προχώρησε, Αρετή, διέταξε και πάλι ο Αράπης.

 

Και η Αρετή προχώρησε στα νερά σαν υπνωτισμένη και φάνηκε να μένει ανάερη για λίγο, μετέωρη, δίχως τα πόδια της να αγγίζουν πουθενά, μέχρις ότου πάει, εχάθη η όμορφη κοπέλα. Άνοιξε η θάλασσα και την κατάπιε μονομιάς.

 

Την ίδια στιγμή, μια φωνή, κατάμεστη από τον πιο μεγάλο πόνο, αντήχησε ολόγυρα στο Ρίο. Το ερωτευμένο τσομπανόπουλο έμεινε μονάχο του. Να μιλήσει δεν μπορούσε, μήτε να σαλέψει, μέχρις ότου ο Αράπης τον πρόσταξε κι αυτόν: “Τώρα θα πας στον κύρη της Αρετής και θα του πεις όλα όσα είδες κι όλα όσα άκουσες και μαζί θα πεις σε όλους πως εκείνος που πατά τον Πύργο του Αράπη, δεν ξαναβλέπει το φως του ήλιου”.

 

Κι όπως διατάχτηκε, έτσι κι έκαμε το δυστυχισμένο τσομπανόπουλο και αμέσως μετά, ο Αράπης τύφλωσε το δόλιο παλικάρι.

https://strangepress.gr

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


Στην αναφορά Αν ισχύει να ψάξουν τρύπα να κρυφτουν Ο χρήστης Aragorn είπε:

Μπερδεμένα πράγματα.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΥΚΤΙΟ 2 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ  ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΝ ΓΥΡΟ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ.

 

Η ΜΙΑ ΔΕΙΧΝΕΙ 2 ΑΤΟΜΑ ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ , ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΤΡΑΒΑΝΕ ΕΝΑ ΤΡΙΤΟ ΣΤΟ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΟ.

 

ΤΟΝ ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ  ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ..

 

ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΙΦΑΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ.

 

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΕΝΑΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣΤΟ TWITTER  ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΠΑ ΤΟΥ ΠΟΛΑΚΗ , ΝΑ ΕΧΕΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙ ΕΝΑ ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΟ  ΚΕΙΜΕΝΟ.

 

 

 

Η ΠΡΩΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ 3 ΑΤΟΜΑ 2 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΡΙΤΟ ΑΤΟΜΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΚΑΤΩ.

 

 

 

 

 

 

ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΧΟΥΝ ΔΙΟΧΕΤΕΥΣΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΗΡΑΝ ΑΛΛΟΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΠΑΡΗΓΑΓΑΝ ΟΤΙ ΤΟ ΜΕΣΑΙΟ ΑΤΟΜΟ ΜΕ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΕΛΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΙΦΑΣ.

 

 

Ο ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΗΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΝΕΚΡΟΣ ΑΠΟ ΠΥΡΑ ΑΛΒΑΝΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ.

 

 

ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΙΟΝΩΤΙΚΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΔΡΟΜΟΠΟΛΗΣ , ΣΤΗΝ ΒΟΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟ, ΣΤΙΣ 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018, ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΕΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΕΣ ΩΡΕΣ.

 

 

ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΑΚΟΜΑ ΕΡΕΥΝΟΥΝΤΑΙ ΑΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΕΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΞΕΚΑΘΑΡΟ ΟΤΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΣΤΥΓΝΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ ΑΛΒΑΝΟΥΣ.

 

 

Η ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΕΡΡΕΥΣΕ ΑΠΟ ΑΛΒΑΝΙΚΑ ΜΜΕ ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΠΟΛΛΟΙ.

 

 

ΠΡΩΤΟΝ ΔΕΝ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΙΓΟΥΡΟΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΤΣΙΦΑΣ.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΙΦΑΣ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ  ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΕΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΕΣ  ΩΡΕΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ.

 

ΑΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΤΕ ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΕΧΕΙ ΒΓΕΙ ΒΡΑΔΥ.

 

ΑΡΑ ΠΩΣ ΤΟΝ ΣΥΛΛΑΒΑΝΕ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΕΝΩ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΠΡΟΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑ  ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑΝ;;;;

http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2018/10/fake-news_30.html

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


Στην αναφορά Θα μας έκαναν οι Αιγύπτιοι... ντα! Ο χρήστης Aragorn είπε:

Επιπλέον πυραμίδες στον Ελληνικό χώρο που έχω βρει :

- Πυραμίδα της Κάμπιας στη Νέα Επίδαυρο

- Αιγυπτιακή Πυραμίδα στην Αρχαία Επίδαυρο

- Η Πυραμίδα του Λυγουριού

- Η Πυραμίδα στην Νταλαμανάρα στο Ναύπλιο

- Δυό πυραμίδες στα Φίχθια Μυκηνών

- Η Πυραμίδα της Νεαπόλεως

Πηγή : http://www.onelight.com/hec/targets/Greece/European-Pyramids%20-%20Greece.htm

- Η Πυραμίδα της Κέρου

http://paranormap.net/article/10121

- Η πυραμίδα στα Βιγκλάφια Λακωνίας

http://paranormap.net/article/8614

-Η Πυραμίδα της Θήβας

http://paranormap.net/article/4110

 

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


Στην αναφορά Ιπτάμενο αντικείμενο που άλλαζε σχήματα Ο χρήστης Aragorn είπε:

Στις 3 Οκτωβρίου του 1967, οι Θεσσαλονικείς παρατηρούσαν κατάπληκτοι ένα τεράστιο φωτεινό ιπτάμενο αντικείμενο στον ουρανό της πόλης τους, το οποίο ήταν ορατό για δύο ώρες περίπου.

Δύο ημέρες αργότερα, στις 5 Οκτωβρίου, ένα άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο, παρόμοιο με εκείνο της Θεσσαλονίκης, πετούσε πάνω από την Αλεξανδρούπολη από τις οχτώ έως τις εννέα και μισή το βράδυ.

Οι κάτοικοι της πόλης ισχυρίστηκαν ότι είδαν κάποια στιγμή το πτητικό μηχάνημα να πέφτει εντός του ελληνικού εδάφους. Αν και έγιναν πολύωρες αναζητήσεις σε διάφορες περιοχές του Έβρου, δεν κατέστη δυνατό να το εντοπίσουν.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ”, στις 06/10/1967…

https://strangepress.gr/2018/10/18/mystiriodes-iptameno-antikeimeno-pano-apo-tin-alexandroupoli-to-1967/

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


‘Βράζουν’ τα μέσα ενημέρωσης των Σκοπίων με τις αποκαλύψεις που είδαν το φως της δημοσιότητας  σχετικά με την παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, τα μυστικά κονδύλια και τις χρηματοδοτήσεις του Τζορτζ Σόρος για τη Συμφωνία των Πρεσπών.

 

Η εφημερίδα Βέτσερ που παρουσιάζει σχετικά δημοσιεύματα έχει ως τίτλο «πόσο κόστισε και ποιος καρπώθηκε  από τη Συμφωνία των Πρεσπών;», ένα δημοσίευμα που αποκαλύπτει πτυχές της συμφωνίας με τα Σκόπια και τα χρήματα που έπεσαν στα σκοπιανά μέσα ενημέρωσης.

 

«Ο κύριος λόγος για την παραίτηση (του Ν. Κοτζιά) δεν φαίνεται να είναι μόνο η Συμφωνία των Πρεσπών ή το Σχέδιο Β’  για τη ‘Μακεδονία’, αλλά το μυστικό  ταμείο που είχε ο υπουργός Εξωτερικών και φέρεται να κατηγορήθηκε για αυτό από τον υπουργό Άμυνας, Πάνο Καμμένο, που δεν δίστασε να πει ότι τα χρήματα αυτά προέρχονταν από τον Τζορτζ Σόρος.»

 

 

Πρακτικά, «ο Κοτζιάς είχε τη διαχείριση των χρημάτων του Σόρος για να προωθήσει τη συμφωνία του ονόματος», γράφει το δημοσίευμα.

 

«Το δίκτυο Σόρος δραστηριοποιείται έντονα στην Ελλάδα, καθώς και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης» γράφει η Βέτσερ και πιο κάτω αναφέρει ότι η ‘Εφημερίδα των Συντακτών’ κατηγορήθηκε για χρηματοδότηση από τον Σόρος, αν και η ίδια η εφημερίδα το αρνήθηκε.

 

Έτσι, τώρα η κυβερνητική κρίση που κλονίζει την Ελλάδα, παίρνει διαστάσεις που επηρεάζουν και τη Συμφωνία των Πρεσπών, και μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο Κοτζιάς πραγματικά υπήρξε θύμα της συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ των πρωθυπουργών Τσίπρα- Ζάεφ.

 

Ο Τσίπρας, γράφει το δημοσίευμα, παρέμεινε αμέτοχος. Πρακτικά, όμως όπως δήλωσαν κυβερνητικές πηγές ώθησε τον Κοτζιά σε παραίτηση. Θυσίασε τον υπουργό και υπερασπίστηκε τη Συμφωνία των Πρεσπών.

 

Για τον Τσίπρα είναι πολύ σημαντική  η συνοχή των βουλευτών γιατί θα χρειασθεί ψήφους όταν η Συμφωνία έρθει για επικύρωση και σύμφωνα με το σχέδιο θα πρέπει να γίνει αυτή κάπου το Μάρτιο.

 

Πηγές, ωστόσο, από το υπουργείο Εξωτερικών, λένε ότι ο Κοτζιάς φοβήθηκε τις επιθέσεις του Καμμένου που τον κατηγόρησε ως άνθρωπο του Σόρος και ότι έχει λάβει χρηματικά κεφάλαια καθώς και για άλλα θέματα, σημειώνει το δημοσίευμα.

https://www.pronews.gr/kosmos/valkania/721355_skopiani-efimerida-o-kotzias-tameio-soros-kai-oi-hrimatodotiseis

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


Ποιο πουλί; Το έντομο εντοπίστηκε και στην Ροδόπη.

Το μεγαλύτερο σαρκοφάγο υδρόβιο έντομο στην Ευρώπη με πολύ ισχυρό και επίπονο δάγκωμα εντοπίστηκε και στη Ροδόπη.

 

Το μεγαλύτερο υδρόβιο έντομο στην Ευρώπη που είναι σαρκοφάγο και έχει πολύ ισχυρό και επίπονο δάγκωμα εκτός από τη Λαμία εντοπίστηκε και στη Ροδόπη.

 

Σύμφωνα με το xronos.gr, ένας κάτοικος της περιοχής εντόπισε το έντομο έξω από την εκκλησία της Ξυλαγανής.

«Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο», είπε κάτοικος της περιοχής, εξηγώντας ότι στην αρχή κανείς δεν πίστεψε ότι επρόκειτο για αληθινό έντομο.

 

Υπενθυμίζεται ότι το συγκεκριμένο έντομο, που μπορεί να καταβροχθίσει μικρά οστρακόδερμα, ψαράκια και αμφίβια, είχε εντοπιστεί πριν από μερικές ημέρες έξω από το κτίριο του δημαρχείου της Λαμίας.

http://www.makeleio.gr/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1/%CE%A4%CE%BF-%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%B3%CE%BF-%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF-%CE%B5%CE%B8%CE%B5%CE%AC%CE%B8%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%A1%CE%BF%CE%B4/?utm_source=dlvr.it&utm_medium=twitter

Βρείτε μας και εδώ : https://twitter.com/Paranormap


Login

Η εγγραφή ενός νέου χρήστη στην ιστοσελιδα μας είναι εντελώς δωρεάν και προσφέρει την δυνατότητα καταχώρισης αναφοράς.
Μπορείτε και έσεις να καταχωρίσετε κάποιο "παράξενο" φαινόμενο που έχετε δεί ή έχετε ακούσει.