Η Γκαρούφαινα είχε κανονίσει μαζί με τις γειτόνισσές της να πάει τα χαράματα σε ένα ποτάμι έξω από το χωριό για να πλύνουν. Τα μεσάνυχτα όμως, νόμισε πως οι συγχωριανές της την φώναξαν και αμέσως σηκώθηκε από το κρεβάτι. Αφού φόρτωσε το καζάνι και τα άπλυτα στο γαϊδουράκι ξεκίνησε για το ποτάμι θεωρώντας πως οι υπόλοιπες προχωρούσαν μπροστά.

 

Μόλις βγήκε από το χωριό άκουγε γυναικείες φωνές και γέλια. Όταν όμως έφτασε στο ποτάμι δεν βρήκε εκεί καμία από τις γειτόνισσες. Ξεκίνησε μόνη της να πλένει. Λίγο αργότερα είδε να φτάνουν γύρω της καλλικαντζάρια, να χοροπηδούν, να την τσιμπούν.

 

Τα ξημερώματα έφτασαν και οι υπόλοιπες γυναίκες στο ποτάμι. Η Γκαρούφαινα ήταν στο χώμα, σχεδόν πεθαμένη. Αφού τους διηγήθηκε τι συνέβη, ξεψύχησε…