Αφού φτάσαμε στο νοτιότερο σημείο της Πελοποννήσου, στο ακρωτήριο Ταίναρο, αφήσαμε τη βάρκα μας στη γεμάτη βότσαλα ακτή και κατευθυνθήκαμε προς το ναό, στην κορυφή του λόφου, που ήδη από τα μέσα του όρμου είχε τραβήξει την προσοχή μας.
Καθώς περπατούσαμε προς εκείνον, γύρω μας συναντήσαμε παντού αρχαία πηγάδια και ορθογώνιους λίθους που έστεκαν εδώ κι εκεί, μισοβαλμένοι τις περισσότερες φορές μέσα στο χώμα. Έπειτα από λίγο φτάσαμε στο ναό για τον οποίο είχαμε λιγοστές πληροφορίες.
Σκύβοντας, μπήκαμε μέσα με τη σειρά και προσεγγίσαμε το ιερό του. Ήταν ένας χριστιανικός ναός που όλως περιέργως το μόνο που θύμιζε κάτι τέτοιο ήταν το ιερό του. Δύο μισοσπασμένες κολώνες και λίγα ακόμη υπολείμματα ενός αρχαίου πιθανόν ναού έστεκαν στην επιφάνεια του ιερού και τον κοσμούσαν μαζί με μερικές χριστιανικές εικόνες.
Κάπως έτσι είδαμε το στενό ιερό του ναού των Αγίων Ασωμάτων, του παλαιού χριστιανικού ναού που δημιουργήθηκε από τα ερείπια του αρχαίου ελληνικού μαντείου του Ποσειδώνα Ταιναρίου, το οποίο βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω, μέσα σε σπήλαιο.
Αποχαιρετώντας το ναό, αρχίσαμε να συζητάμε για το μυθικό εκείνο σπήλαιο, που ήταν και ο επόμενος προορισμός μας. Όταν το πρωτοείδαμε να αχνοφαίνεται κάτω από τους βράχους στους οποίους βαδίζαμε, αισθανθήκαμε τυχεροί, καθώς δεν υπήρχε στην περιοχή κανένα σημάδι που να μας οδηγεί κοντά του.
Έξω από την είσοδο του ημιφωτισμένου σπηλαίου υπήρχε χλωρίδα, η οποία δυσκόλευε, αλλά συνάμα ομόρφαινε τη μικρή διαδρομή για το εσωτερικό του. Αφού προχωρήσαμε μέσα στο σπήλαιο, καθίσαμε, και με ενδιαφέρον συζητήσαμε για θέματα σχετικά με τους μύθους και την ιστορία του χώρου.
«Εκατόν πενήντα στάδια μακριά από την Τευθρώνη απέχει το Ταίναρον, όπου υπάρχουν δύο λιμάνια, ο Αχίλειος και ο Ψαμαθούς, ενώ στην άκρη είναι ο ναός που μοιάζει με σπηλιά και έχει μπροστά του το άγαλμα του Ποσειδώνα. Μερικοί Έλληνες αναφέρουν πως από εδώ ανέβασε ο Ηρακλής τον Κέρβερο, μολονότι δεν υπήρχε υπόγειος δρόμος που να άρχιζε από τη σπηλιά, και κανείς δεν πίστευε πως αυτή χρησίμευε ως υπόγεια κατοικία θεών όπου μαζεύονταν οι ψυχές. Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος λέγει πως στο Ταίναρον ανατράφηκε ένα τρομερό φίδι που ονομαζόταν σκύλος του ’δου, γιατί όποιον δάγκωνε, πέθαινε αμέσως. Αυτό το φίδι έφερε ο Ηρακλής στον Ευρυσθέα».
Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στο μεγάλο περιηγητή Παυσανία (Ελλάδος Περιήγησις), ο οποίος μέσω του έργου του Λακωνικά μάς διηγείται ότι τον καιρό που περπάτησε ο ίδιος στον τόπο αυτό, φτάνοντας στην είσοδο του μαντείου-σπηλαίου, υπήρχε άγαλμα του Ποσειδώνα, καθώς και άλλα αφιερώματα, μεταξύ των οποίων ένα χάλκινο άγαλμα του Αρίωνα που καθόταν επάνω σε δελφίνι.
Ο Παυσανίας ακόμη αναφέρει ότι στο ναό υπήρχε μία πηγή, η οποία σε παλαιότερα χρόνια θεωρούνταν από μόνη της ένα μικρό θαύμα, και λεγόταν πως, όταν κοιτούσε κανείς τα νερά της, έβλεπε λιμάνια και πλοία!
Υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες όμως για τον παράξενο ναό, που και αυτές τον συσχετίζουν με τον ‘Aδη, όπως η μαρτυρία του γεωγράφου Στράβωνα, ο οποίος πίστευε πως από μία σπηλιά που βρίσκεται κοντά στο ιερό του Ποσειδώνα στο Ταίναρο ανέβασε ο Ηρακλής από τα δώματα του ‘Aδη το φοβερό, τρικέφαλο φύλακά του Κέρβερο κατ’ εντολή του βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέα.

Και ο Ορφέας όμως στα Αργοναυτικά αναφέρει ότι έχοντας εμπιστοσύνη στην κιθάρα του, την οποία θα χρησιμοποιούσε για να μαγέψει τους κατοίκους του Κάτω Κόσμου, κατέβηκε τη σκοτεινή οδό του Ταινάρου και μπήκε στο ανάκτορο του ‘Aδη αναζητώντας τη νεκρή του σύζυγο.
Ο Πίνδαρος (Πιθιόνικος 4,44), όπως επίσης και ο Απολλόδωρος (Β, 5, 12), δέχονται ότι το Ταίναρο ήταν το «στόμιο για τον ‘Aδη» από όπου κατέβηκε ο Ηρακλής, ενώ ο Οβίδιος (Μεταμορφώσεις Χ, στ 1-78) αναφέρει πως από το Ταίναρο οδηγήθηκε στον Κάτω Κόσμο ο Ορφέας, ο οποίος με τη λύρα του συγκίνησε τους πάντες!

Ιστορίες με Βρικόλακες & ’λλα Θαυμαστά
Οι παράξενοι θρύλοι και οι παραδόσεις της περιοχής σχετικά με το μαντείο του Ποσειδώνα -και όχι μόνο- είναι πολύ πιθανόν ότι δεν σταμάτησαν ποτέ να υπάρχουν, κάτι που σαφώς δεν είναι τυχαίο αν αναλογιστεί κανείς τη μεγάλη μυθολογία που μας άφησαν οι αρχαίοι για την περιοχή.
Αναφέρω μία από τις παραδόσεις (989) που διασώθηκαν μέσα στο χρόνο διαβάζοντάς τη από το υπέροχο βιβλίο του Νικόλαου Πολίτη Παραδόσεις ώστε να δούμε καθαρά ένα παράδειγμα για τη διαχρονικότητα αλλά και την τρομακτική φύση των θρύλων της περιοχής.
«Σε μια σπηλιά που ‘ναι στον κάβο Ματαπά κατεβαίνει πολλές φορές ο Μιχαήλ Αρχάγγελος και βγαίνει τις ψυχές που τους εσυγχώρεσε ο Θεός τις αμαρτίες τους. ’λλοι πάλι λεν πως σ’ αυτή τη σπηλιά μένουν βουρκόλακες, και ο Μιχαήλ ο Αρχάγγελος, όταν παρακαλεστούν σ’ αυτόν οι άνθρωποι, πηγαίνει και τους ρίχνει από κει στα Τάρταρα για να γλιτώσει τον κόσμο».

Για ποιο λόγο όμως δημιουργήθηκε στους αρχαίους προγόνους μας η πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο σπήλαιο έκρυβε μία μυστική είσοδο για τα παλάτια του ‘Aδη, παρότι, ακόμη και σήμερα, εάν το επισκεφτεί κανείς θα διαπιστώσει εύκολα το μικρό του βάθος; Οι απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις δεν είναι καθόλου απλές. Ας αρκεστούμε προς το παρόν σε μια απάντηση, ίσως την πιο λογική:
Κατά την αρχαιότητα ο χώρος του σπηλαίου είχε τη λειτουργία νεκρομαντείου. Το μαντείο αυτό όπως αναφέρθηκε ήταν αφιερωμένο στον Ποσειδώνα, ο οποίος αρχικά λατρευόταν από τους Έλληνες ως υποχθόνιος θεός και κυρίαρχος του Κάτω Κόσμου. Το σπήλαιο του Ταινάρου λοιπόν, όπως και άλλοι πολλοί χώροι στην Ελλάδα με χθόνιες λατρείες, δεν άργησε να θεωρηθεί ως «κατάβαση» στον ‘Aδη, και να αποτελέσει για τους αρχαίους την πρώτη ίσως πύλη για το υπόγειο βασίλειο του Πλούτωνα (το νεκρομαντείο του Ταινάρου ήταν πολύ πιθανόν το αρχαιότερο νεκρομαντείο στην Ελλάδα).
Ακόμη, στα δυτικά του μαντείου, στην απόκρημνη μεριά του λόφου (στην πίσω πλευρά του ακρωτηρίου), εάν έχει την αντοχή κάποιος να περπατήσει ως εκεί, υπάρχει μια σπηλιά που και αυτή διατηρεί τους θρύλους της και τους μοιράζεται με το σκοτεινό μαντείο του Ποσειδώνα.
Για να περάσει κανείς την είσοδο και να βρεθεί στο εσωτερικό του θα πρέπει να κάνει πρώτα μία σύντομη βουτιά στη θάλασσα και να περάσει κάτω από το βράχο ώστε να βρεθεί στη μόνη κεντρική αίθουσα στην οποία υπάρχουν μερικές λαξεμένες αναθηματικές κόγχες. Πολύ πιθανόν είναι πως και αυτό το σπήλαιο θεωρήθηκε τα παλαιά χρόνια από πολλούς ως η αληθινή είσοδος του Κάτω Κόσμου.

Η Παράξενη Διάσωση του Αρίωνα
Συμπληρώνοντας τώρα το κολλάζ με τους θρύλους από το Ταίναρο είναι σημαντικό να εξετάσουμε μία ακόμη όμορφη και αλλόκοτη ιστορία. Την ιστορία του Λέσβιου κιθαρωδού Αρίωνα, την οποία περιληπτικά θα σας αφηγηθώ…
Ταξιδεύοντας με κορινθιακό πλοίο προς την Ιταλία και τη Σικελία, ο Αρίων πληροφορήθηκε κάπου στα μέσα του πελάγους από τον καπετάνιο ότι οι ναύτες του καραβιού ήθελαν να τον σκοτώσουν.
Έτσι ο Αρίων, φορώντας την αγαπημένη του στολή μουσικών αγώνων, ζήτησε από τους ναύτες να ψάλλει ένα τελευταίο άσμα, την Πυθική ωδή. Έτσι κι έγινε, και καθώς ο Αρίων έψελνε, είδε την Πελοπόννησο να ξεπροβάλλει, και προτού του επιτεθούν οι ναύτες, πήδηξε μεμιάς στη θάλασσα για να σωθεί.
Για καλή του τύχη, τη στιγμή εκείνη στα νερά διάβαιναν δελφίνια που τελικά τον έσωσαν παίρνοντάς τον στη ράχη τους διαδοχικά σαν να ήταν για αυτά λειτούργημα, και κάνοντας διάφορους κύκλους στο νερό, τον απέθεσαν προσεκτικά στη θάλασσα, κοντά στο μαντείο του Ποσειδώνα.
Η ιστορία που σας αφηγήθηκα βρίσκεται ολόκληρη μέσα στα κείμενα των Ηρόδοτου (Ιστορία Α) και του Πλούταρχου (Συμπόσιο των Επτά Σοφών) και η διήγηση του περιστατικού φαίνεται πως ήταν του Αρίωνα. Το τελευταίο παράδοξο της ιστορίας είναι η παράξενη αναφορά του Γόργου, του αδερφού του γνωστού Κορίνθιου τυράννου Περίανδρου. Ο Γόργος διηγήθηκε την περιπέτεια του Αρίωνα στον αδερφό του όπως ο ίδιος τη βίωσε, καθώς είχε σταλεί στο Ταίναρο για να κάνει θυσία στον Ποσειδώνα.
Κάποια στιγμή, το τελευταίο από τα βράδια που έμεινε εκεί, είδε να έρχονται προς την ακτή τα δελφίνια που μετέφεραν τον Αρίωνα. Στην παράξενη αυτή περιγραφή του ο Γόργος μίλησε για κάτι που ξεχώριζε και επέπλεε, σαν ένας όγκος (ο Αρίων;), ενώ έμοιαζε σαν να ήταν πάνω σε κάποιο όχημα!

Nakos

πηγή: Οι πύλες του Άδη του Μίλτου Τσαπόγα