Η ψυχή του Αλή Πασά, του φοβερού τυράννου της Ηπείρου, παρ’ όλη τη σκληρότητα και την κακουργία της, υπήρξε μυστικοπαθής και λάτρης του μυστικισμού.

 

Ο αιμοβόρος σατράπης, που πέρασε όλη τη νεότητά του ως ληστής και κατόπιν βασάνισε τους πληθυσμούς της Ηπείρου για 32 ολάκερα χρόνια, είχε στιγμές που ένιωθε παιδικούς φόβους μπροστά στις μυστηριώδεις εκδηλώσεις της φύσης και προ πάντων, μπροστά στο μυστήριο του θανάτου.

 

Αυτός που δε λογάριαζε καθόλου την αξία της ανθρώπινης ζωής, έτρεμε να μη χάσει τη δική του. Αν και πίστευε ότι θα ζούσε 150 χρόνια, όπως έλεγε, τον έπιανε απίστευτη τρομάρα, όταν άκουγε τον ουρανό να βροντά και να αστράφτει.

 

Επίσης, ήταν φοβερά προληπτικός και δεισιδαίμων. Εκείνο, όμως, που τον παρέλυε, ήταν η πανούκλα. Με την παραμικρή υποψία ότι φάνηκε πανούκλα στα Ιωάννινα, παρέδιδε τον εαυτό του στα χέρια των Χριστιανών ιατρών, Ελλήνων και Ευρωπαίων, ακόμα και των κομπογιαννιτών, όχι όμως των Μουσουλμάνων και των Ιουδαίων, στους οποίους δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη.

 

Σε παρόμοιες περιπτώσεις, εγκατέλειπε τα Ιωάννινα και κατέφευγε στην Πρέβεζα, περικυκλωμένος από κουστωδία ιατρών. Συνήθιζε να τους λέει, σιγοκλαίγοντας: «Σώστε με, μωρέ γιατροί, σώστε με!»

 

Ένας από τους καλύτερους βιογράφους του, ο Γάλλος εξωμότης κι άλλοτε αξιωματικός των Ουσάρων, ο Samson Cerfberr, που αφού ασπάστηκε το Ισλάμ, ονομάστηκε Ibrahim Mansur Effendi, διηγήθηκε το εξής περίεργο:

 

«Ο Αλή Πασάς, μέσα στο σαράι του, είχε ένα μυστικό δωμάτιο, όπου έκρυβε έναν δίσκο, τοποθετημένο οριζοντίως. Πάνω του ήταν χαραγμένα καβαλιστικά σύμβολα, της μεγάλης αραβικής μαγείας, όπως εκείνος έλεγε. Ένας χρυσός δείκτης στο κέντρο περιστρεφόταν γύρω από διάφορα μαγικά σχήματα. Με την πρώτη αφορμή, κατέφευγε στον μαγικό του δίσκο, στρέφοντας τον δείκτη πάνω από τα μαγικά σύμβολα και μουρμουρίζοντας λέξεις και φράσεις ακατάληπτες και μυστικιστικές, περιμένοντας να του φανερώσει τα μελλούμενα.

 

Ανάλογα με τις κινήσεις, που πραγματοποιούσε ο δείκτης και ανάλογα με τα σύμβολα, που έδειχνε όταν σταματούσε, ο Αλή Πασάς κανόνιζε αναλόγως και τις υποθέσεις του, που ήταν συνήθως υποθέσεις ζωής ή θανάτου των υπηκόων του. Δεν τον είδα ποτέ να καταγίνεται με το προσωπικό του μαντείο, καθώς φρόντιζε να είναι ολομόναχος στο παράμερο δωμάτιο, αλλά είδα με τα μάτια μου τη μαγική αυτή μηχανή, που ξέκανε πολλούς ανθρώπους».

 

Άλλο χαρακτηριστικό της δεισιδαιμονίας του ήταν η τυφλή του πίστη στο αγαπημένο του δαχτυλίδι, που το θεωρούσε φυλαχτό με ακαταμάχητη δύναμη και δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Κάποτε, όταν ήταν πάμφτωχος βοσκός, σε ηλικία 15 ετών, ένας δερβίσης από το Μαρόκο ήρθε στο σπίτι της μητέρας του, της Χάμκως, γυρεύοντας φιλοξενία.

 

Καθώς ήταν άνθρωποι φτωχότατοι, αλλά κι επειδή για τα ήθη τους η καλή φιλοξενία ήταν επιβεβλημένη, πούλησαν τα υπάρχοντά τους, προκειμένου να του παράσχουν όλες τις ανέσεις και συγχρόνως, να φέρουν γιατρούς να τον θεραπεύσουν, καθ’ ότι ο δερβίσης ήταν άρρωστος.

 

Μόλις, όμως, έγινε καλά ο μουσαφίρης, ευγνώμων για όλες τις περιποιήσεις, έδωσε στον Αλή το πολύτιμο δαχτυλίδι και του είπε: «Τούτο το δαχτυλίδι θα σε κάνει κάποτε πασά!». Επομένως, δεν το έβγαλε ποτέ του.

 

Βέβαια, όταν έγινε ληστής κι έκοβε κεφάλια, αλλά και δάχτυλα, έπαιρνε τα δαχτυλίδια των θυμάτων του και τα στόλιζε στα δικά του, καταφορτωμένα από στολίδια, χέρια, που ήταν στην πραγματικότητα λάφυρα των σκοτωμένων.

 

Αλλά οι δεισιδαιμονίες του τυράννου απλώνονταν και σε άλλους τομείς, που δεν τους κατείχε και πολύ. Πίστευε στην ενέργεια των μαγικών ράβδων, των απόκρυφων φαρμάκων, των μαγικών βελονών και διάφορων άλλων αγύρτικων μέσων, ώστε να ανακαλύψει μεταλλεία χρυσού κι αργύρου. Τα χρήματα τού ήταν απαραίτητα, για να αγοράσει από τους Άγγλους την Κέρκυρα, τη Λευκάδα, τους Παξούς, να δημιουργήσει στόλο, να κατακτήσει τον κόσμο ολόκληρο!

 

Η απληστία του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Ονειρευόταν τόνους από καθαρό χρυσάφι. Διαρκώς καλούσε από την Ιταλία δήθεν μεταλλειολόγους, πράγματι όμως τυχοδιώκτες, για να του βρουν κοιτάσματα και να κορέσει την αχορτασιά του.

 

Ο Αλή Πασάς άκουσε κάποτε να γίνεται λόγος για τη «Φιλοσοφική Λίθο». Κάλεσε, λοιπόν, τον σοφό Έλληνα διδάσκαλο Αθανάσιο Ψαλίδα και τον ρώτησε να μάθει τι ήταν ακριβώς αυτή η πανίσχυρη λίθος.

 

Ο Ψαλίδας τού εξήγησε ότι η «Φιλοσοφική Λίθος» υπήρξε το όνειρο των αλχημιστών σε διάφορες εποχές και έφερε διάφορα ονόματα: «Λίθος των Σοφών», «Ερυθρός Λέοντας», «Μέγα Ελιξίριο», «Ερυθρό Βάμμα», «Πανάκεια της Ζωής» και άλλα. Του είπε πως είχε την ιδιότητα να μεταβάλλει τα αγενή μέταλλα, όπως τον σίδερο και το χαλκό, σε χρυσάφι. Ακόμα, του επισήμανε ότι είχε την ιδιότητα, όχι μόνο να παρατείνει την ανθρώπινη ζωή, αλλά μπορούσε να ξανακάνει κάποιον νέο.

 

Ο Αλή Πασάς συγκλονίστηκε από τις πληροφορίες και η «Φιλοσοφική Λίθος» τού έγινε η μεγαλύτερη εμμονή. Έτσι, ζήτησε από τον σοφό Αθανάσιο Ψαλίδα να του κατασκευάσει μία, ώστε να γίνει ο ίδιος αήττητος κι άτρωτος. Ο Έλληνας διδάσκαλος, όμως, του ξεκαθάρισε πως δε διέθετε τις γνώσεις, για να κατασκευάσει κάτι τέτοιο και τον συμβούλεψε να βρει κάποιον Ευρωπαίο αλχημιστή.

 

Ο φιλόδοξος τύραννος δεν έβρισκε ησυχία. Το 1816 έμαθε ότι ζούσε στη Θεσσαλονίκη ένας παντοδύναμος μάγος και αλχημιστής, ο Σέργιος. Ο Αλή Πασάς έστειλε τους μαντατοφόρους του να τον ρωτήσουν αν θα μπορούσε να κατασκευάσει τη «Φιλοσοφική Λίθο». Ο πονηρός μάγος δεν έχασε ευκαιρία. Έτρεξε αμέσως στα Ιωάννινα και υποσχέθηκε στον αιμοδιψή τύραννο ότι θα πραγματοποιούσε κάθε του επιθυμία, αρκεί να του παραχωρούσε όλα τα απαιτούμενα μέσα.

 

Ο Βρετανός περιηγητής Sir Henry Holland αφηγήθηκε τα γεγονότα, που ακολούθησαν, με ιδιαίτερη γλαφυρότητα:

 

«Ο αγύρτης Σέργιος εγκαταστάθηκε σ’ ένα πολυτελές διαμέρισμα του παλατιού, κυριολεκτικά ως δεσμώτης. Δεν είχε την ελευθερία να βγαίνει και να επικοινωνεί με κανέναν. Όμως, του έδιναν ό,τι ποθούσε η καρδιά του. Ο Αλή Πασάς του έφερνε από την Ιταλία και τη Γερμανία όλα τα χρειαζούμενα, αντικείμενα, φάρμακα και ουσίες.

 

Τέλος, ο Σέργιος ζήτησε να αναμείξει αίμα εφήβων και παρθένων, αλλά και τα «αφοδεύματά τους». Η διαταγή εξετελέσθη πάραυτα. Σε ιδιαίτερα δωμάτια κλείστηκαν αγόρια και κορίτσια. Ο επαίσχυντος αγύρτης οργίασε. Πλην των άλλων, υποχρέωνε τα θύματά του να τρέφονται με συγκεκριμένη τροφή, σε συγκεκριμένη ώρα και ποσότητα, ώστε πολλά από αυτά τα άμοιρα πλάσματα αρρώστησαν βαριά και πέθαναν.

 

Όταν, όμως, ο κομπογιαννίτης αλχημιστής ζήτησε τρίχες κεφαλής για τα ακατονόμαστα μαντζούνια του, παρουσιάσθηκε εμπόδιο. Οι άντρες είχαν τη συνήθεια να κουρεύουν σύριζα τα μαλλιά τους, αφήνοντας μονάχα στην κορυφή μια μικρή πλεξίδα. Επομένως, ο Αλή Πασάς διέταξε τους στρατιώτες του να διατηρούν την κόμη τους. Εκείνοι, τότε, παραλίγο να επαναστατήσουν, καθώς θεώρησαν πως ο Πασάς ήθελε να τους αναγκάσει να ασπαστούν τους ευρωπαϊκούς τρόπους.

 

Οπωσδήποτε, με τεράστια δυσκολία προμήθευσαν στον αλχημιστή μερικά τσουβάλια τρίχες, πράγμα που του επέτρεψε να εργάζεται μέχρι το 1818. Μα, μη βλέποντας κανένα αποτέλεσμα ο Αλή Πασάς και χάνοντας πια την υπομονή του, έδωσε εντολή στον δήμιο Σελήμ Τσάμη να τον απαγχονίσει. Το πτώμα του έμεινε για 24 ώρες κρεμασμένο στον μεγάλο πλάτανο της πλατείας, με μια πινακίδα στο στήθος του, που μαρτυρούσε την αιτία της καταδίκης του».

 

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΜΠΟΥΚΕΤΟ», στις 17/10/1926…