Ο Γέροντας Παΐσιος διηγήθηκε σε πνευματικό του τέκνο το ακόλουθο θαυμαστό γεγονός, το οποίο συνέβη στον ίδιο.

 

Κάποτε, όταν ήμουν στον Τίμιο Σταυρό, αρρώστησα βαριά.

 

Ήταν χειμώνας βαρύς, είχε πέσει τόσο χιόνι που κανένα δέντρο δεν έμοιαζε για δέντρο. Όλα ήταν πνιγμένα στο λευκά, τα μονοπάτια είχαν χαθεί, τα πουλιά είχαν λουφάξει, τα σύννεφα και η ομίχλη σκέπαζαν τον Άθωνα.

Δεν είχαν καμία επικοινωνία με το μοναστήρι του Σταυρονικήτα, μου ήταν αδύνατο να ζήσω περισσότερο από λίγες μέρες, γιατί η αρρώστια με είχε παραλύσει τελείως. Περίμενα τον Κύριο να μου πάρει την ψυχή και να την οδηγήσει στο έλεος της ευσπλαχνίας Του.

Ούτε ένα τσάι δεν μπορούσα να φτιάξω, ούτε τη σόμπα να ανάψω, ούτε νερό να πιώ είχα. Η ζωή μου ήταν αφημένη στο έλεος τού Θεού. Έλεγα «Ιδού Κύριε, εις το έλεος Σου ελπίζω μη με εγκαταλείψεις!»

 

 

Ύστερα από λίγη προσευχή που με πολύ κόπο ψέλλισα, είδα να εμφανίζονται στο κελί μου μέσα άγγελοι και άγιοι, απεσταλμένοι τού Θεού. Ταχύ με προκατάλαβε η Χάρη τού Θεού. Ευχαριστούσα και δοξολογούσα τον Σωτήρα μου. Δάκρυσα. Ένας από τους αγγέλους φρόντιζε για τη σόμπα, άλλος ετοίμαζε φαγητό ζεστό, φέρνανε και ευωδιαστά ψωμιά. Βρέθηκα στον Παράδεισο. Τι άλλο ήθελα.

 

Οι άγιοι άρχισαν να με στηρίζουν με λόγους παρηγορίας και με παρακλήσεις. Και μόνο η θέα τους με ξεκούραζε, με ενίσχυε και μου έδινε ελπίδα. Καθίσανε μαζί μου ώσπου έγινα καλά και μπορούσα να οικονομήσω τον εαυτό μου. Μετά φύγανε. Μία βδομάδα καθίσανε. Όταν μετά από καιρό σηκώθηκα βγήκα από το κελί και κοίταξα γύρω τη φύση με διαφορετικό βλέμμα. Όλα έλαμπαν μέσα στο άκτιστο φως της χάρης τού Αγίου Πνεύματος. Δεν ήμουν άξιος αλλά η άπειρη αγαθότητα τού Θεού και η αγάπη Του εκδηλώθηκαν με αυτό τον τρόπο.

 

Πάντως ένοιωθα τόση χάρη να με πληρώνει εσωτερικά που έλεγα «Φτάνει Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο. Θα σκάσω. Ή πάρε με κοντά Σου ή λιγόστεψε τη χάρη που μού έδωσες. Αν τόση χάρη μου δίνεις τώρα, φαντάζομαι στον Παράδεισο τι θα γίνεται».