Οι καλικάντζαροι της Μήλου έβγαιναν από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα, για να τρομοκρατήσουν τους ανθρώπους. Έμοιαζαν με ανθρώπους, όμως ήταν πολύ αδύνατοι κι εξαφανίζονταν το ίδιο ξαφνικά όπως έρχονταν, όταν ο παπάς έκανε τον αγιασμό των Φώτων. Στο λαγκάδι του Φοραδοπόταμου ή στα Nύχια, οι νεράιδες έβγαιναν για να τρομοκρατήσουν τους περαστικούς, ενώ στον ξεροπόταμο κοντά στο ξωκλήσι της Παναγιάς της Φανερωμένης, έβγαιναν οι νεράιδες για να χορέψουν. Οι νεράιδες αυτές ήταν πανέμορφες, αλλά είχαν πόδια γαϊδάρου και συνήθιζαν να παίρνουν μαζί τους όποιον τις αντίκριζε και να κλέβουν τα παιδιά των ανθρώπων. Έτσι, όταν κάποιο παιδί αρρώσταινε βαριά κι ήταν αδύνατο να γίνει καλά, οι Mηλιοί έλεγαν πως είναι "παρμένο" από τις νεράιδες. Τότε, έπαιρναν το παιδί και το πήγαιναν στο ξωκλήσι της Φανερωμένης και το ξάπλωναν γυμνό πάνω στην Aγία Tράπεζα ολόκληρη τη νύχτα. Το πρωί, αν το παιδί είχε πεθάνει, όλοι σιγουρεύονταν πως πραγματικά το είχαν πάρει οι νεράιδες. Αν το παιδί ζούσε, αυτό ήταν σημάδι πως είχε καταφέρει να ξεφύγει από την επιρροή τους