Γιατί στην Κόρινθο κάποτε τα πολιτικά πράγματα είχαν κάπως έτσι. Υπήρχε δηλαδή ολιγαρχία, καθώς οι Βακχιάδες, όπως τους έλεγαν, κρατούσαν την πόλη στα χέρια τους και όλοι οι γάμοι γίνονταν μεταξύ τους. Ώσπου ο Αμφίων, όντας από την ίδια οικογένεια, αποκτά μια κόρη χωλή — το όνομα της ήταν Λάβδα. Καθώς λοιπόν κανένας από τους Βακχιάδες δεν ήθελε τη Λάβδα για γυναίκα του, την παίρνει ο Ηετίων, ο γιος του Εχεκράτη, από το δήμο της Πέτρας, που η φύτρα του έφτανε ως τους Λαπίθες και τον Καινέα. Επειδή όμως ούτε από αυτήν τη γυναίκα ούτε από άλλη έκανε ο Ηετίων παιδιά, τον έστειλαν στους Δελφούς να ρωτήσει για απογόνους. Δεν πρόλαβε να μπει στο ιερό, και αμέσως η Πυθία του αποτείνεται σε εξάμετρα:


Ηετίων, κανείς δεν σε τίμα, μολονότι είσαι πολύτιμος.
Η Λάβδα είναι εγκαστρωμένη, και θα γεννήσει πέτραν τροχοειδή, η οποία θα πέσει
πάνω στους μονάρχους άνδρας και θα τιμωρήσει την Κόρινθον.



Ο χρησμός αυτός που δόθηκε στον Ηετίωνα, δεν ξέρω πώς κοινολογείται στους Βακχιάδες, οι οποίοι και παλαιότερα είχαν πάρει χρησμό που αφορούσε την Κόρινθο, έμενε όμως ανεξήγητος· είχε την ίδια έννοια με το χρησμό πού δόθηκε στον Ηετίωνα κι έλεγε τα εξής:


Ο αετός είναι εγκαστρωμένος εις τας Πέτρας· θα γεννήσει δε λέοντα
ισχυρόν, ωμοφάγον, ο οποίος θα ρίψει πολλούς καταγής.
Αυτά σκεφθείτε καλά, ώ Κορίνθιοι, οι οποίοι κατοικείτε περί την ωραίαν
Πειρήνην και την υψηλήν Ακρόπολιν της Κορίνθου.

92C    

Αυτός λοιπόν ο χρησμός, δοσμένος από πριν στους Βακχιάδες, έμενε ακατανόητος τότε όμως, μόλις οι Βακχιάδες άκουσαν το χρησμό που δόθηκε στον Ηετίωνα, συνέλαβαν αμέσως το νόημα και του προηγουμένου, που φανερά συμφωνούσε με εκείνον του Ηετίωνα. Πλην όμως, έχοντας συλλάβει τώρα το νόημα του χρησμού, δεν είπαν και δεν έκαναν τίποτε, περιμένοντας να αφανίσουν το παίδι που θα γεννιότανε από τον Ηετίωνα.


Μόλις λοιπόν γέννησε ή γυναίκα, δίχως καμιά χρονοτριβή, στέλνουν δέκα δικούς τους στο δήμο όπου κατοικούσε ο Ηετίων, για να σκοτώσουν το παιδί. Όταν κάποτε αυτοί έφτασαν στην Πέτρα και μπήκαν στην αυλή του Ηετίωνα, γύρευαν το νήπιο. Η Λάβδα εξάλλου, που δεν γνώριζε για ποιο λόγο έφτασαν εκείνοι και νόμιζε πως της ζητούσαν το παίδι από φιλοφροσύνη προς τον πατέρα της, το έφερε και το απόθεσε στα χέρια ενός από τους δέκα. Αυτοί ωστόσο είχαν στο δρόμο ήδη σκεφτεί και αποφασίσει, ο πρώτος που θα έπαιρνε το παιδί στα χέρια του, να το χτυπήσει καταγής. Όταν όμως η Λάβδα παρέδωσε με τα χέρια της το παιδί, θεία τύχη το έφερε και χαμογέλασε το νήπιο σε εκείνον που το πήρε, αυτός το πρόσεξε και ξαφνικά τον συνεπήρε οίκτος που τον εμπόδισε να το σκοτώσει. Από λύπη και συμπάθεια παραδίδει το παίδι στον δεύτερο, κι αυτός στον τρίτο, έτσι που πέρασε από το χέρι του ενός στον άλλο φτάνοντας ως τον δέκατο, και ούτε ένας δε θέλησε να το σκοτώσει. Δίνοντας λοιπόν πίσω στη μάνα το παιδί, βγήκαν έξω, στάθηκαν στην αυλόθυρα και άρχισαν ο ένας να κατηγορεί τον άλλον και περισσότερο όλοι τον πρώτο, γιατί δεν έπραξε αυτό που είχαν συμφωνήσει. Ύστερα, επειδή περνούσε η ώρα, πήραν απόφαση να μπουν όλοι ξανά στην αυλή και από κοινού να διαπράξουν το φόνο.
92D    

Ήταν γραμμένο όμως να βλαστήσει από τον γόνο του Ηετίωνα συμφορά για την Κόρινθο. Γιατί η Λάβδα που στεκόταν πίσω από την ίδια αυλόθυρα, τα άκουσε όλα αυτά· από φόβο λοιπόν μήπως το μετανοιώσουν και παίρνοντας για δεύτερη φορά τώρα το παιδί το θανατώσουν, πάει και το κρύβει σ' ένα μέρος που νους ανθρώπου δεν θα μπορούσε να το βάλει: σε μία “κυψέλη”, γνωρίζοντας πως αν εκείνοι γυρνούσαν πίσω για να ζητήσουν το παίδι, θα έψαχναν τα πάντα — πράγμα που κιόλας έγινε, όμως αυτοί, όταν μπήκαν μέσα και αναζητούσαν το παιδί, πουθενά δεν μπόρεσαν να το ανακαλύψουν, έτσι που πια το πήρανε απόφαση να γυρίσουν πίσω και να πουν σε κείνους που τους έστειλαν πως όλα τα έκαμαν σύμφωνα με τις εντολές τους.


Πράγματι έφυγαν και γυρίζοντας πίσω είπαν όσα συμφώνησαν.
92E    

Στο μεταξύ και ύστερα από αυτά ο γιος του Ηετίωνα μεγάλωνε και επειδή διέφυγε τον κίνδυνο κρυμμένος στην “κυψέλη”, πήρε από κει για όνομα του την επωνυμία Κύψελος. Κάποτε ο Κύψελος έγινε άντρας κι όταν ζήτησε χρησμό, πήρε απάντηση πολύ ευνοϊκή στους Δελφούς, που πάνω της στηρίχτηκε κι έκανε το εγχείρημα που τον οδήγησε να γίνει κύριος της Κορίνθου. Να τί έλεγε ο χρησμός:


Ευδαίμων αυτός ο άνθρωπος ο οποίος καταβαίνει εις το ιδικόν μου οίκημα,
Ο Κύψελος Ηετίδης, βασιλεύς της ενδόξου Κορίνθου,
Αυτός και οι παίδες αυτού, όχι όμως και οι παίδες των παίδων αυτού.



Αυτό ήταν το περιεχόμενο του χρησμού, και ο Κύψελος, τύραννος πια της Κορίνθου, υπήρξε αυτός που ξέρουμε: πολλούς Κορίνθιους εξόρισε, πολλούς τους στέρησε την περιουσία τους, κι ακόμη περισσότερους τη ζωή τους.
92F    

Έμεινε στην αρχή έτσι τριάντα χρονιά και μέτρησε όλη του τη ζωή, ωσότου πέθανε, οπότε τον διαδέχεται στην τυραννίδα ο γιος του ο Περίανδρος. Αυτός λοιπόν ο Περίανδρος, στην αρχή τουλάχιστον, φάνηκε ηπιότερος από τον πατερά του· αφότου όμως με αγγελιοφόρους του ήρθε σε επαφή με τον τύραννο της Μιλήτου Θρασύβουλο, από τότε ξεπέρασε κι αυτόν τον ίδιο τον Κύψελο στους φόνους και τα εγκλήματα.


Έστειλε δηλαδή κάποτε στον Θρασύβουλο ένα κήρυκά του και γύρευε να μάθει με ποια πολιτική θα διαχειριζόταν ασφαλέστατα τα πράγματα της πόλης και κάλλιστα θα τη διαφέντευε. Ο Θρασύβουλος λοιπόν έβγαλε τον αποσταλμένο του Περιάνδρου έξω από την πόλη, τον έμπασε σ' ένα χωράφι σπαρμένο, και μαζί του περνούσε ανάμεσα από τα στάχυα, ρωτώντας κι εξετάζοντας τον κήρυκα εξαρχής ποιός λόγος τον έφερε από την Κόρινθο, ενώ ταυτόχρονα έκοβε, κάθε φορά που έβλεπε ένα στάχυ να ξεπερνά τα αλλά, και αποκεφαλίζοντάς το το έριχνε χάμω, ώσπου μ αυτό τον τρόπο κατέστρεψε τα πιο ψηλά και τα πιο ωραία στάχυα του χωραφιού. Κι αφού πέρασε από άκρου σ' άκρο το χωράφι, δίχως να δώσει καμία άλλη συμβουλή, στέλνει πίσω τον κήρυκα. Γυρνώντας στην πατρίδα του την Κόρινθο ο κήρυκας, βρέθηκε μπρος στον Περίανδρο, που ανυπόμονος εγύρευε να μάθει την υποθήκη του Θρασύβουλου. Όμως αυτός ισχυριζόταν πως ο Θρασύβουλος δεν έδωσε καμιά υποθήκη, και μάλιστα απορούσε σε τί λογής άνθρωπο τον έστειλε ο Περίανδρος, παράφρονα σχεδόν, να καταστρέφει τα ίδια του τα χτήματα — και έτσι διηγήθηκε ο κήρυκας όσα είχε δει να κάνει ο Θρασύβουλος.
92G    

Ο Περίανδρος όμως έπιασε το νόημα της πράξης αυτής και πήρε απόφαση να συμπεριφερθεί όπως τον εσυμβούλευε ο Θρασύβουλος: σκοτώνοντας όσους πολίτες κάπου εξεχώριζαν, έδειξε έτσι όλη την κακότητά του απέναντι στην πόλη και τους κατοίκους της. Γιατί όσα ο Κύψελος άφησε υπόλοιπα σκοτώνοντας και εξορίζοντας, τα αποτελείωσε ο Περίανδρος. Μια μέρα μάλιστα έγδυσε όλες τις γυναίκες της Κορίνθου για το χατήρι της δικής του γυναίκας, της Μέλισσας.


Καθότι έχοντας στείλει στον ποταμό Αχέροντα, πάνω στους Θεσπρωτούς, ανθρώπους του να πάρουνε χρησμό από το Νεκρομαντείο για κάποια παρακαταθήκη ενός ξένου, παρουσιάστηκε η Μέλισσα και είπε πως ούτε σημάδια πρόκειται να δώσει ούτε και να φανερώσει το χώρο όπου βρίσκεται η παρακαταθήκη· γιατί ριγά και είναι γυμνή, αφού τα ρούχα που τα έθαψε ο Περίανδρος μαζί της σε τίποτα δεν ωφελούν, επειδή η φλόγα δεν τα έκαψε ως το τέλος. Και ως απόδειξη ότι του λέγει την αλήθεια, είπε η Μέλισσα, ας θυμηθεί ο Περίανδρος που φούρνισε το ψωμί του σε φούρνο κρύο. Όταν οι άνθρωποι του έφεραν αυτή την αγγελία στον Περίανδρο (η απόδειξη πράγματι υπήρξε πειστική, αφού ο ίδιος έσμιξε με τη Μέλισσα νεκρή), αμέσως μετά το μήνυμα, έβγαλε διάταγμα ο Περίανδρος: Όλες οι γυναίκες της Κορίνθου να κάνουνε πομπή προς το Ηραίο. Κι αυτές, με την ιδέα πως πήγαιναν σε γιορτή, ντύθηκαν μ' ό,τι καλύτερο είχαν, ενώ ο Περίανδρος τους έστησε καρτέρι με τους δορυφόρους του και τις ξεγύμνωσε όλες, μηδεμιάς εξαιρουμένης, δούλες και ελεύθερες· κι αφού συσσώρευσε όλα τα φορέματα σε κάποιο λάκκο, τα έκαιε κάνοντας ευχή στη Μέλισσα. Ύστερα από αυτό κι όταν για δεύτερη φορά έστειλε ανθρώπους του στο μαντείο, το φάντασμα της Μέλισσας φανέρωσε πια σε ποιο χώρο είχε βάλει την παρακαταθήκη του ξένου.

Από το βιβλίο "Ηρόδοτος, Επτά Νουβέλες και Τρία Ανέκδοτα", Αγρα 1981