Η κ. Μαρία Σωσσίδου είχε έντονες διαισθητικές ιδιότητες εκδηλούμενες ιδίως με όνειρα. Εντελώς αμύητη ακόμη, σχετικά με την φύση των φαινομένων αυτών, προσλήθηκε αρχικά σε κύκλους πνευματιστών. Αυτοί ως γνωστόν, δίνοντας λανθασμένη εξήγηση στα ψυχικά φαινόμενα, εξαιτίας έλλειψης επιστημονικών γνώσεων, τα νόμιζαν σαν επικοινωνία με νεκρούς.
Γρήγορα όμως η κριτική της ικανότητα την απομάκρυνε από αυτές τις εξηγήσεις και όταν απομακρύνθηκε έτυχε να πέσει στα χέρια της ένας τόμος των «Ψυχικών Ερευνών» μου, όπου περιγράφεται η «αυτοματική γραφή».
Εντυπωσιασμένη τότε ήλθε στην Εταιρεία να μου ζητήσει περισσότερες πληροφορίες και οι επιτυχίες της υπήρξαν τόσον ενδιαφέρουσες, ώστε να μου ομολογήσει ότι έκτοτε άλλαξε η ζωή της. Τα τρία αυτά επεισόδια που ανέφερα είναι τα εξής.
1) Μία ημέρα ενώ έγραφε επιστολή ένιωσε το χέρι της να μουδιάζει και το στυλό της έγραψε το όνομα «Αντιγόρη.. Αντιγόνη, Αντιγόνη..». Απόρησε τότε γιατί δεν γνώριζε καμμία Αντιγόνη, εκτός από μιά παλιά συμμαθήτριά της στο Παρθεναγωγείο Χιλλ58, η οποία όμως είχε παντρευτεί στην Αλεξάνδρεια. Υπέθεσε τότε ότι ήταν σύμπτωση και εξακολούθησε την επιστολή της. Το απόγευμα όμως αντήχησε το κουδούνι και εμφανίστηκε η παλιά φίλη της με τα παιδιά της, η οποία όταν ήλθε στην Αθήνα σκέφθηκε να την επισκεφθεί και η σκέψη επέδρασε τηλεπαθικά στον εγκέφαλο της παλιάς συμμαθήτριάς της και προκάλεσε την εξωτερίκευση με την αναγραφή του ονόματός της.
2) Κάποτε είχε την μητέρα της η οποία ανάρρωνε από γρίππη και ενώ κεντούσε στο εργόχειρό της ένιωσε, όπως μπορεί να συμβεί, την παρόρμηση να γράψει. Πράγματι πήρε μολύβι και χαρτί και το χέρι της άρχισε, αντί για κάτι άλλο, να χαράζει σταυρούς. Ανησύχησε τότε και έσπευσε στο δωμάτιο της μητέρας της, την οποία όμως βρήκε ήσυχη και απύρετη. Άλλωστε και ο γιατρός που ήλθε σε λίγο, τους βεβαίωσε ότι το νόσημα είχε φύγει και ότι δεν ήταν ανάγκη να ξαναέλθει. Αυτό καθησύχασε όλη την οικογένεια. Γύρω στις 11 το βράδυ όμως εκδηλώθηκε απρόοπτα καρδιακή ανωμαλία και ήλθε το τέλος λόγω συγκοπής.
Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για Διόραση, δηλαδή για ένα είδος ψυχικών ακτίνων Ραίντγκεν που, ως γνωστό, βλέπουν μέσα από την ύλη όπως συμβαίνει με τους ραβδοσκόπους. Η κυρία Σωσσίδου αντιλήφθηκε θανάσιμες αλλοιώσεις στον οργανισμό της μητέρας της υποσυνείδητα και η αυτοματική γραφή απέδωσε την εντύπωση του επερχόμενου θανάτου με τους συμβολικούς σταυρούς.
3) Το τρίτο επεισόδιο έχει ως εξής. Η κ. Σωσσίδου ενώ πλενόταν ένα πρωΐ, ξέχασε στον νιπτήρα το δαχτυλίδι της. Όταν επέστρεψε το μεσημέρι από τα εμπορικά, αντιλήφθηκε την έλλειψη, παρόλες τις έρευνες όμως δεν κατόρθωσε να βρει το λησμονημένο. Όταν ρωτήθηκε η υπηρέτρια αν είχε έλθη κανείς κατά την απουσία της, απάντησε αρνητικά. Η προσφυγή στην αυτοματική γραφή δεν έδωσε αποτέλεσμα, όπως συμβαίνει πολλές φορές. Παρόμοιες απόπειρες κατά τις επόμενες δύο ημέρες ήταν επίσης αρνητικές. Την τρίτη ημέρα το βράδυ, η κ. Σωσσίδου αισθάνθηκε έξαφνα την παρόρμηση να γράψει και το χέρι της έγραψε την φράση «οδός Αγίας Σοφίας 50», όπου κατοικούσε η πλύστρα τους. Η υπηρέτρια όμως που ρωτήθηκε αμέσως αν πέρασε εκείνη την ημέρα η πλύστρα, απάντησε αρνητικά και η κ. Σωσσίδου υπέθεσε ότι η φράση που είχε γράψει, όπως συμβαίνει καμμιά φορά, δεν είχε καμμία σημασία. Και όμως... Το πρωΐ της τέταρτης ημέρας, η διπλανή γειτόνισα κάλεσε την υπηρέτρια και την παρακάλεσε να της δώσει την διεύθυνση της πλύστρας τους για να την ειδοποιήσει να έλθει να της πλύνει. Διότι, όπως είπε, προχθές που ήλθε στο σπίτι σας μου διέφυγε να της το πω.
- Μα, δεν ήλθε η πλύστρα αυτές τις ημέρες, απάντησε η υπηρέτρια.
- Πώς; Αφού την είδα εγώ με τα μάτια μου να μπαίνει στο σπίτι σας.
Πράγματι, η υπηρέτρια είχε βγει εκείνη την ημέρα να ψωνίσει και η πλύστρα περαστική βρήκε την πόρτα ανοικτή, μπήκε μέσα και όταν αντιλήφθηκε το δαχτυλίδι, το πήρε και έφυγε χωρίς, όπως νόμισε, να γίνει αντιληπτή από κανένα. Βέβαιη τότε ότι έγινε κλοπή, η κ. Σωσσίσου πήρε ένα ταξί και έσπευσε στην οδό Αγίας Σοφίας, όπου η πλύστρα μόλις την είδε ταράχθηκε και χλώμιασε. Χωρίς πολλά λόγια, της είπε η κ. Σωσσίδου. Το δαχτυλίδι αμέσως αλλιώς θα πάω κατευθείαν στην αστυνομία. Ξεμπροστιασμένη εκείνη, έπεσε στα πόδια της κλαίγοντας να μην την καταστρέψει, με τις συνηθισμένες δικαιολογίες του τύπου, «μου μπήκε δαίμονας... η φτώχια με στράβωσε....» και επέστρεψε το δαχτυλίδι




0 Σχόλια: