Το Ινστιτούτο «Άγιος Μάξιμος ο Γραικός» –μετωνυμικά, μην τα ξαναλέμε, η Μονή Βατοπαιδίου- είχε σχεδόν ανέλπιστα σημειώσει μια τεράστια κινηματογραφική επιτυχία με τον "Άνθρωπο του Θεού" της Γελένα Πόποβιτς και τώρα ήταν έτοιμο για το «νταμπλ σκορ», αυτή τη φορά στην τηλεόραση. Είχε επιλέξει προσεκτικά το θέμα του: έναν άγιο νέας κοπής, τόσο λιγωτικά δημοφιλή, ώστε για χάρη του να  στείλει στα σκουπίδια το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αυστηρή παράδοση, σύμφωνα με την οποία απαιτείται η παρέλευση ενός αιώνα ή έστω τεσσάρων-πέντε δεκαετιών (όπως έγινε με τον Νεκτάριο) από την «κοίμηση» του υποψηφίου προς αγιοποίηση, και να εγκρίνει την αναβάθμιση του συγκεκριμένου σε άγιο μόλις εικοσιένα χρόνια μετά το θάνατό του• ως απόφοιτος δημοτικού επίσης μοιραζόταν τις ίδιες περίπου γραμματικές γνώσεις με την πλειονότητα των αμνοεριφίων, ενώ επικοινωνιακό bonus θα ήταν και ο ξεριζωμός του από τα χώματα της Ιωνίας το 1924, ύστερα από τη συμφωνία της Λοζάνης, κατά τη μεγάλη ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Το brand name "Άγιος Παϊσιος" στον τίτλο ήταν εγγύηση για τον θρίαμβο του τηλεοπτικού εγχειρήματος και η διευκρίνιση στον υπότιτλο "Από τα Φάρασα στον Ουρανό" δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας στους καχύποπτους ούτε για την τωρινή διεύθυνση κατοικίας του μεταστάντος, ούτε για το πού ακριβώς σκόπευε ο σεναριογράφος της σειράς να γράψει την επιστημονική δεοντολογία. Με Κύπριο σεναριογράφο, Κύπριο πρωταγωνιστή, εν πολλοίς Κύπριους συμπρωταγωνιστές και κυπριακά κεφάλαια (την Κύπρο θα την βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας, ελέω του Κύπριου ηγούμενου Εφραίμ προφανώς), ο πρώτος κύκλος της σειράς ήταν ήδη έτοιμος και οι άνθρωποι του Ινστιτούτου είχαν βγει στη γύρα αναζητώντας τηλεοπτικό κανάλι για να τον φιλοξενήσει.

Εικάζω ότι είχαν αποκλειστεί εκ προοιμίου τόσο τα τοπικά κανάλια, ακόμη και τα αμιγώς θρησκευτικού προσανατολισμού (ιδίως αυτά), όσο και η δημόσια τηλεόραση για τη χαμηλή της μέση τηλεθέαση ανά την επικράτεια. Η φιλοδοξία και το εκτόπισμα του εγχειρήματος επέβαλαν να βρεθεί ένα μεγάλο ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι, εθνικής εμβέλειας αφενός, κοσμικού προσανατολισμού αφετέρου: το μάξιμουμ των προϋποθέσεων προκειμένου να τρελαθούν τα μηχανάκια της AGB. Δεν παρευρέθηκα ποτέ σε συσκέψεις ρασοφόρων της Μονής ή στελεχών του Ινστιτούτου, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι το σύνθημα –η γραμμή πλεύσης, αν προτιμάτε- θα ήταν: «Think big». Κατανοητό. Με καθαρά όρους marketing, όπου ο δαιμόνιος Εφραίμ είχε διαπρέψει στο παρελθόν, δεν είχε νόημα να προβούν σε αναλόγων διαστάσεων εγχείρημα μόνο και μόνο για να ανακυκλώσουν το δικό τους ακροατήριο με τους «συνήθεις υπόπτους», θρήσκους και θεούσες από τις ενορίες. Σκοπός ήταν να το διευρύνουν –ει δυνατόν, θεαματικά.

Η μπίλια έκατσε στο Mega. Τηρουμένων των αναλογιών θα ήταν σαν να επιδίωκες να κλείσεις ραντεβού με κάποιον υψηλόβαθμο χριστιανό ρασοφόρο και να σε οδηγούσαν κατευθείαν στον Πάπα. Αναμφίβολα το Mega ήταν το «Βατικανό» των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών –το πρώτο άλλωστε κανάλι που άνοιξε το χορό για την ιδιωτική τηλεόραση στην πατρίδα μας τον μακρινό Νοέμβριο του 1989. Κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του, από το 1989 έως το 2018, τελούσε υπό καθεστώς συνιδιοκτησίας πέντε ισχυρών οικονομικών ομίλων (Λαμπράκη, Μπόμπολα, Τεγόπουλου, Αλαφούζου, Βαρδινογιάννη) και κέρδιζε συχνά τα σκήπτρα τόσο στον ειδησεογραφικό όσο και στον ψυχαγωγικό τομέα• είχε παράλληλα τη φήμη φιλελεύθερου καναλιού με πλήρως «εκκοσμικευμένο» χαρακτήρα –κάτι που θα πρέπει να ηχούσε σαν ουράνια μελωδία στα αφτιά των παραγόντων του Ινστιτούτου. Κατά τη δεύτερη περίοδο, από το Νοέμβριο του 2019 έως σήμερα, το Mega είχε περάσει στον όμιλο Alter Ego του Βαγγέλη Μαρινάκη.

Μια φορά όλη κι όλη, μέχρι στιγμής, έχω συναντήσει εκ του σύνεγγυς τον Βαγγέλη Μαρινάκη, με πρωτοβουλία του ιδίου και παρουσία του δημοσιογράφου Γιάννη Κουρτάκη. Ήταν το 2015, όταν αρθρογραφούσα στα "Παραπολιτικά", μια εβδομαδιαία εφημερίδα με διευθυντή τον Κουρτάκη και ιδιοκτήτη τον Μαρινάκη. Μέχρι και την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, δεν έχω απολύτως ξεκάθαρο στο μυαλό μου γιατί θέλησε ο Μαρινάκης να με συναντήσει –πέρα, εννοείται, από απλή περιέργεια• δεν πρέπει πάντως να του έκανα κακή εντύπωση, διότι αργότερα κι ενόσω η οικονομική μου σχέση με τα "Παραπολιτικά" είχε πάει όσο πιο άσχημα μπορούσε να πάει (εναλλάσσαμε τεταμένες περιόδους όπου εκείνοι δεν με πλήρωναν κι εγώ δεν έγραφα έως ότου με πληρώσουν), ο Μαρινάκης δεν προέβαλε βέτο για την πρόσληψή μου στα "Νέα", όταν επανακυκλοφόρησαν το 2017 με πρώτο διευθυντή τον Παναγιώτη Λάμψια. Τα "Νέα" ήταν μια διαχρονική μου αγάπη• έγραφα εκεί τακτικά παλαιότερα, ως εξωτερικός συνεργάτης, από το 1999 έως την ημέρα –επί Σταύρου Ψυχάρη πια- που κατέβασε ρολά• με χαρά τώρα ανανέωνα την έναντι αμοιβής συνεργασία μαζί της.

Η δική μου εντύπωση από τη συνομιλία μου με τον Μαρινάκη έχει επίσης την όποια σημασία της. Δέσμιος κι εγώ της έντονης σπερμολογίας γύρω από το άτομό του, καθώς και της παράλληλης εμπλοκής του ονόματός του σε μια σειρά από δύσοσμες σκοτεινές υποθέσεις (για τις οποίες όμως ουδέποτε καταδικάστηκε), περίμενα να συναντήσω έναν τύπου Δον Κορλεόνε, έτοιμο να μου κάνει «μια προσφορά που δεν θα μπορέσω να αρνηθώ». Έπεσα έξω. Ούτε προσφορά μου έκανε, ούτε στον Μάρλον Μπράντο έφερνε, εάν εξαιρέσεις τη σιγανή, σχεδόν ψιθυριστή εκφορά του λόγου του και το παρόμοιο φυσικό του εκτόπισμα. Δεν αισθάνθηκα να αιωρείται στην ατμόσφαιρα έστω και η υποψία κάποιας απειλής ή έφεσης σε τραμπουκισμούς οιουδήποτε είδους. Αντιθέτως. Μπροστά μου στεκόταν, φερόταν και μιλούσε όπως ακριβώς τον περιέγραφε το «εγκεκριμένο» βιογραφικό του: απόφοιτος διοίκησης διεθνών επιχειρήσεων στο Λονδίνο, με μεταπτυχιακό στις διεθνείς σχέσεις. Κατέληξα λοιπόν στο βεβιασμένο πιθανώς συμπέρασμα ότι ο Βαγγέλης Μαρινάκης, όμοια με τον Ανδρέα Παπανδρέου τρεις δεκαετίες νωρίτερα, έπαιρνε το χρώμα και το σχήμα του συνομιλητή του: χούλιγκαν με τους χούλιγκαν, τραμπούκος με τους τραμπούκους, λαϊκός με τους λαϊκούς, διανοούμενος με τους διανοούμενους… Κάτι που το λες και χάρισμα, εάν έχεις ως πρότυπό σου τους χαμαιλέοντες.

Εξυπακούεται πως ακόμη και τότε, το 2015, ήμουν ενήμερος για τους στενούς δεσμούς του Μαρινάκη με την επίσημη Εκκλησία. Νομίζω ότι σε αυτό το level, το επίπεδο των οικονομικών ολιγαρχών, μονάχα με τον Ιβάν Σαββίδη θα μπορούσε να συγκριθεί ως προς τη δημόσια επίδειξη θρησκοληψίας (έχει αφήσει εποχή το ιδιωτικό εκκλησάκι που έκτισε ο Σαββίδης, όπου ενέταξε στις αγιογραφίες τον εαυτό του και την οικογένειά του, για να μην αναφερθούμε στη θρυλούμενη στενή σχέση του με τον ίδιο τον Πούτιν).  Εκτός επίσης από το ολοφάνερο «δέσιμο» του Μαρινάκη με τον μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ, το οποίο διατυμπάνιζαν αμφότεροι με κάθε ευκαιρία και για το οποίο θα μας δοθούν πολλές αφορμές να επανέλθουμε στη συνέχεια, όλοι οι εργαζόμενοι στον όμιλο της Alter Ego λαμβάναμε προσκλήσεις για να παρευρεθούμε σε αγιασμούς με αφορμή συνήθως την έναρξη είτε της νέας ποδοσφαιρικής είτε της νέας δημοσιογραφικής περιόδου. Η προσέλευση στον εκάστοτε αγιασμό ήταν προαιρετική και προσωπικά δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να δικαιολογηθώ έστω και προσχηματικά για ποιο λόγο ουδέποτε προσήλθα σε αυτό το χαρμόσυνο μπουγέλωμα, αλλά κρίνοντας από τα βίντεο και τις φωτογραφίες που είδα εκ των υστέρων είμαι σε θέση να αξιολογήσω ποιοι από τους παρευρισκομένους συναδέλφους μου σφίγγονταν για να μην πεθάνουν από τη ντροπή και ποιοι για να μην πεθάνουν από τα γέλια. Ανέσυρα συχνά από τη μνήμη μου την περίφημη ρήση του Ολλανδού σούπερ ντούπερ ποδοσφαιριστή Γιόχαν Κρόιφ «Εάν εισακούγονταν οι προσευχές όλων μας, όλα τα παιχνίδια θα έληγαν ισοπαλία» και σε περίπτωση που αποκτούσα ποτέ οικειότητα με τον Μαρινάκη, θα τον ρωτούσα πού ακριβώς επέρριπτε την ευθύνη τις χρονιές που ο Ολυμπιακός δεν έπαιρνε το πρωτάθλημα: ήταν χαλασμένο το stuff του αγιασμού ή ήταν απατεωνίσκος ο ρασοφόρος με την αγιαστούρα; Κοιτώντας μάλιστα και τα φωτογραφικά στιγμιότυπα από τον τελικό του Ολυμπιακού με την Φιορεντίνα στο Conference League του 2024, όπου ο μεν μητροπολίτης Σεραφείμ ευλογούσε επιδεικτικά τα συγκεντρωμένα πλήθη, ο δε Μαρινάκης εξίσου επιδεικτικά ασπαζόταν ξανά και ξανά ένα μικρό εικόνισμα της Παναγίας, αλλά και με δεδομένο ότι το αποτέλεσμα κρίθηκε από ένα γκολ που επικύρωσε το VAR, πολύ θα ήθελα να ζητήσω από το ευσεβές δίδυμο να με διαφωτίσει γύρω από τον βαθμό εξοικείωσης της Θεοτόκου με τη νέα τεχνολογία.

Εξυπνάδες. Η ουσία είναι πως, απευθυνόμενη η Μονή Βατοπαιδίου στο Mega, βρήκε ευήκοα ώτα. Είκοσι ή και δέκα χρόνια νωρίτερα, με το προηγούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς, μπορεί και να ξαπόστελναν τους ρασοφόρους πίσω στο μοναστήρι τους. Τώρα, επί Μαρινάκη, ήταν καλοδεχούμενοι: όσοι υφιστάμενοί του, προσκολλημένοι σ’ εκείνη την παλαιομοδίτικη αντίληψη της «εκκοσμίκευσης», είχαν αντίρρηση για το επαπειλούμενο «έγκλημα καθοσίωσης», δεν θα τολμούσαν να εκφράσουν ενώπιόν του τις αντιρρήσεις τους ή, ακόμη και αν τολμούσαν, δεν θα τις λάμβανε υπόψη του ο ίδιος. Μοναδική εκκρεμότητα παρέμενε το πλασάρισμα του "Παϊσίου" στους τηλεθεατές. Εάν σερβιριζόταν ως αυτό που ήταν στην πραγματικότητα, μια σειρά θρησκευτικού περιεχομένου, ένα χοντροκομμένο μάθημα νηπιακής κατήχησης υπό τη λεοντή μυθοπλασίας, μπορεί να εγκλωβιζόταν σε οριοθετημένες περιόδους προβολής –το Πάσχα, ας πούμε ή τα Χριστούγεννα- πλάι στον "Ιησού από τη Ναζαρέτ" του Φράνκο Τζεφιρέλι και τα υπόλοιπα παραδοσιακά παραμύθια. Εάν σερβιριζόταν ως κάτι άλλο από αυτό που ήταν, ίσως να περνούσε απαρατήρητη η αλλαγή στο πλασάρισμα, αλλά υπήρχε και μια μικρή πιθανότητα να πατηθεί ένας αόρατος κάλος. And guess what? Πατήθηκε.