Η Σόφη Ελληνικής καταγωγής ήρθε για ολιγοήμερες διακοπές από την Γαλλία και θέλησε να εξερευνήσει άλλες διαστάσεις, άλλες ζωές στο παρελθόν και το μέλλον. Να νιώσει την πηγή της δημιουργίας, την διεύρυνση της συνείδησης ή φώτιση. Να αναπτύξει ικανότητα να βλέπει τα αυρικά σώματα, τα τσάκρας και μέσα στο σώμα. Ήταν αποφασισμένη να έχει επιτυχία και όσο το δυνατόν να βιώσει και να αποκτήσει ικανότητες.
Στη Τρίτη συνάντηση πέτυχε αυτά που θα διαβάσετε
Ελεύθερη πιστή απόδοση των εμπειριών
Στα ακασικά αρχεία
Μετά από καθοδήγηση βρέθηκε στα ακασικά αρχεία. Μια απέραντη βιβλιοθήκη απλώνονταν μπροστά της. Την καθοδηγούσα να βρει το βιβλίο των ζωών της στο παρελθόν και το μέλλον. Το αρχικό μέρος δεν ήταν τόσο φωτεινό, όμως ήταν απέραντο επιβλητικό γεμάτο βιβλία. Οδηγήθηκε να πάει σε ένα μέρος της απέραντης βιβλιοθήκης που το ένιωθε οικείο, δικό της, και να δει το βιβλίο της. Κατέβασε ένα ασήκωτο χοντρό βιβλίο, το εξώφυλλο ήταν πράσινο από ένα περίεργο υλικό.
Της είπα να το ανοίξει στην τύχη και να περιγράψει τις εικόνες που έβλεπε. Πετάγεται μια Ινδή που χόρευε ένα άγνωστο χορό, στο άλλο φύλο μια κακοντυμένη κουλουριασμένη από την πείνα σε μια γωνιά ενός φτωχικού σπιτιού, μετά βλέπει μια μαχήτρια κάποιας παλιάς εποχής.
Άντρας στη βόρεια Ευρώπη χίλια χρόνια πίσω
Σε άλλη σελίδα βλέπει ένα άντρα μέσα στο χιόνι και κοντά του δύο λύκοι, ένας μαύρος και ένας γκριζόασπρος. Λέει ότι οι λύκοι είναι φιλικοί, δεν τους φοβάται. Λέει οι λύκοι είναι δικοί μου, και αρχίζει να βαδίζει μέσα στο χιόνι με δυσκολία ακολουθούμενος από τους λύκους.
Φτάνει σε μια καλύβα στρογγυλή με σκεπή κωνοειδή. Μπαίνει μέσα, δεν είναι κανένας. Προσπαθεί να ανάψει φωτιά να ζεσταθεί. Τρίβει κάτι πέτρες και κάτι ξύλα. Με πολύ δυσκολία καταφέρνει να ανάψει την φωτιά. Δεν ζέστανε ακόμα, ρίχνει κι άλλα ξύλα, τώρα είναι καλύτερα. Βγάζει ένα δέρμα που ήταν σκεπασμένος, κάθετε σε κάτι ξύλα που ήταν κοντά στην φωτιά, και αρχίζει να συνέρχεται.
Σε λίγο έρχεται μια γυναίκα, φοράει ένα πρασινωπό ρούχο στο πάνω μέρος του σώματος και ένα καφέ φουστάνι με κρόσια, Είναι η γυναίκα μου λέει. Κάθετε στη φωτιά. Πρέπει κάτι να φάμε. Φέρνει ένα ψηλό τρίποδα, κρεμάνε το καζάνι ώστε από κάτω να είναι φωτιά και βάζουν νερό. Η φωτιά είναι στο μέσον της καλύβας και ο καπνός φεύγει από το άνοιγμα που είναι στη κορυφή της κωνοειδούς οροφής.
Όταν ρώτησα αν από εκεί μπαίνει βροχή ή χιόνι, απάντησε, δεν νομίζω. Βγαίνει έξω πάει στο χιόνι και ξεθάβει μισό λαγό που είχε κρυμμένο. Το ρίχνουν στο νερό. Στο ερώτημα μου γιατί δεν τον ψήνουν στη φωτιά, απάντησε, είναι κρύο θέλουμε το ζουμί του.
Όταν έχει βράσει ο λαγός, βγάζουν το ζουμί και τα κομμάτια του με μια ξύλινη κουτάλα, τον βάζουν σε ξύλινα πιάτα και αρχίζουν να τρώνε με ευχαρίστηση. Όταν τελειώνουν παίρνουν τα πιάτα, το καζάνι και πάνε σε ένα κοντινό ρυάκι όπου τα πλένουν.
Έρχεται το βράδυ, το μόνο φως που έχουν είναι της φωτιάς. Πέφτουν να κοιμηθούν σε ένα κρεβάτι λίγο πάνω από το έδαφος, υπερυψωμένο από δέρματα και κάποια υφάσματα. Έχουν βγάλει τα ρούχα τους, είναι αγκαλιά και έρχεται ο έρωτας. Μένουν αγκαλιά χαλαρωμένοι, τους παίρνει ο ύπνος.
Στο όνειρο του ταξιδεύει μέσα στο φως, στην αγάπη, την ομορφιά, σε μια υπέρτατη αίσθηση. Νιώθει την απέραντη σοφία, την άπειρη δύναμη. Νιώθει να γίνεται ένα μ’ αυτό και όλες οι δυνάμεις να διαπερνούν το σώμα του. Νιώθει να απλώνει, να γίνεται η καλύβα του, όλο το χωριό, όλο το δάσος, όλος κόσμος, το απέραντο σύμπαν. Μεθυσμένος απολαμβάνει αυτή την υπέρτατη αίσθηση παλλόμενος σαν κύμα από το όλο, στο μερικό. Βλέπει από ψηλά τα σώματα τους σαν να είναι ένα ζευγάρι από τα πολλά που υπάρχουν στο χωριού του, βλέπει τα αυρικά τους σώματα να πάλλονται και να ενώνονται. Κοιμάται βαθιά μέσα σ’ αυτή τη ομορφιά και γαλήνη.
Έρχεται το πρωινό φως, τους ξυπνάει έτοιμους για νέες εμπειρίες της ζωής. Ντύνεται παίρνει ένα φορτίο ξύλα και ξεκινάει για το κέντρο του χωριού. Βρίσκει ένα ψιλόλιγνο άντρα φημισμένο για το σημάδι του με το καμάκι όταν ψαρεύει στο γειτονικό ποτάμι. Του αφήνει τα ξύλα και παίρνει μερικά ψάρια. Συναντά κάποιους συγχωριανούς και ανταλλάσσουν μερικές κουβέντες για το πότε θα πάνε κυνήγι και πότε θα κόψουν τα ξύλα.
Γυρίζει χαρούμενος, η γυναίκα έκανε μερικές δουλειές και τον περιμένει. Κυλάει η μέρα κάνοντας μικροεπισκευές στην καλύβα.
Τον καθοδηγώ να θυμηθεί μια μέρα που έκοβε ξύλα
Είναι μια μικρή ομάδα συγχωριανών με τα τσεκούρια στη πλάτη, κινούνται προς το δάσος χαρούμενοι φωνάζοντας και λέγοντας αστεία. Ψάχνουν κάποιο κορμό ξερό για να καίγεται εύκολα. Βρίσκουν ένα γερασμένο δέντρο, είναι χοντρό, θα είναι δύσκολο να το κόψουν αλλά δεν θα περιμένουν να ξεραθεί για να το κάψουν. Αποφασίζουν, αυτόν θα κόψουν.
Τα τσεκούρια παίρνουν φωτιά, όταν κάποιοι ξεκουράζονται αναλαμβάνουν οι άλλοι να συνεχίσουν. Το δέντρο πέφτει, ξεφωνίζουν από χαρά, τα κατάφεραν. Αρχίζουν τώρα να το κομματιάζουν, το κάνουν κομμάτια που μπορούν να μεταφέρονται. Τα μοιράζονται και ο καθένας βάζει το μερίδιο του σε μέρος δικό του ώστε να ξαναέρθει να το μεταφέρει. Φορτώνονται όσα μπορεί ο καθένας και φεύγουν για το χωριό.
Τον καθοδηγώ να βρεθεί σε μια εορταστική συγκέντρωση
Βρίσκομαι σε μια καλύβα, είναι πιο μεγάλη από την δική μου. Στη μέση είναι αναμμένη μια μεγάλη φωτιά. Γύρω είναι καμιά δεκαριά άτομα άντρες και γυναίκες. Τα παιδιά τρέχουν γύρω, παίζουν και φωνάζουν. Είναι μια χαρούμενη ευτυχισμένη στιγμή. Νιώθεις την συντροφιά, την επικοινωνία, την φιλικότητα, ότι δεν είσαι μόνος. Γεμίζει η καρδιά μου γαλήνη και ηρεμία. Είναι η τέλεια παρέα. Περνάει ο χρόνος νυστάζουν, σηκώνονται μερικοί και φεύγουν, η παρέα αραιώνει, σηκώνομαι και εγώ να φύγω.
Έξω έχει φεγγάρι, μόνο κάτι τέτοιες μέρες κυκλοφορούμε νύχτα. Έχω πάρει για κάθε περίπτωση και το φαναράκι μου. Είναι ένα ξύλο σκαμμένο βαθιά και μέσα έχει κάτι σαν κερί που καίει. Στο πάνω μέρος είναι δεμένο με κάτι σαν σχοινί, το κρατάω και δίνει κάποιο φως. Φτάνουμε σπίτι, χωνόμαστε κάτω από τα σκεπάσματα, αγκαλιαζόμαστε και μας παίρνει ο ύπνος.
Ονειρεύομαι ή ζω πάλι χωρίς να το καταλαβαίνω. Βρίσκομαι σε ένα παραμυθένιο μέρος. Κάποιοι νάνοι με μεγάλα κεφάλια πηγαινοέρχονται. Είμαι στην άκρη ενός ποταμιού. Είμαι μια όμορφη νεράιδα, δεν είμαι άντρας. Νιώθω περίεργα, πιο πέρα είναι κάποιες πιο μικρόσωμες νεράιδες, παίζουν με το νερό τραγουδώντας. Θέλω και εγώ να μπω στο νερό. Μπαίνω, είναι σαν να περνάω μέσα του, δεν βρέχομαι αλλά το νιώθω, το πιάνω είναι σαν ρευστό ζελέ. Αφήνομαι μέσα στην αγκαλιά του νερού που δεν είναι ούτε κρύο, ούτε ζεστό, αλλά ζωντανό και απολαμβάνω μια ενέργεια να γεμίζει το σώμα μου. Θα ήθελα να έμενα όλο το βράδυ.
Το φως του ήλιου με ξυπνάει, η γυναίκα μου έχει ήδη σηκωθεί.
Δίνεται εντολή να βρεθεί την ώρα του φαγητού σπίτι του δέκα χρόνια μετά
Είναι μετά το μεσημέρι, βλέπω τη γυναίκα μου με ένα μωρό στην αγκαλιά, ένα αγοράκι οκτώ χρονών περίπου και ένα μικρότερο κοριτσάκι. Είναι όμορφα παιδιά, με μαλλιά κοκκινόξανθα, γεμάτα ζωή, τα αγαπώ. Ο γιος μου με μοιάζει λίγο, είμαι γεροδεμένος, μέτριο ύψος, με μακριά μαλλιά κοκκινοξανθα.
Δίνεται εντολή να βρεθεί κάποια στιγμή στο παρελθόν που πάει για κυνήγι
Είμαστε πολλοί, έχουμε κυκλώσει ένα ελάφι, το σημαδεύω τεντώνω το τόξο και ρίχνω, το πετυχαίνω στο πάνω δεξί μέρος από το πόδι. Το ελάφι τινάζεται, δέχεται κι άλλα βέλη, ένα το χτυπά στο λαιμό, γονατίζει, πέφτει κάτω. Το πλησιάζουμε με τα βέλη τεντωμένα. Κάποιος του ρίχνει από κοντά ένα ακόμη βέλος στο λαιμό. Το ελάφι ξεψυχάει.
Το φορτώνομαι εγώ και ένας άλλος στους ώμους, το μισό μπρος σε μένα, το μισό πίσω στον άλλο. Είμαι περήφανος, έκανα την πρώτη βολή και έδωσα χρόνο στους άλλους να χτυπήσουν. Ψάχνουμε και βρίσκουμε ένα ξέφωτο με ένα μεγάλο επίπεδο βράχο. Βρήκαμε τον κατάλληλο ώστε να τεμαχίσουμε το ελάφι. Το πετάμε κάτω και αρχίζουμε με τα τσεκούρια να το κόβουμε σε κομμάτια. Δίνουμε μερικά κομμάτια στους λύκους. Κάνουμε τη μοιρασιά, εγώ πήρα το δεξί πόδι που χτύπησα.
Περνάμε το κρέας σε ένα μυτερό λεπτό ξύλο και στις δύο άκρες είναι δεμένο ένα σχοινί. Από εκεί μπορούμε άνετα να σηκώσουμε τα κομμάτια μας και να τα μεταφέρουμε στα σπίτια μας. Είμαι ευχαριστημένος θα έχουμε στην οικογένεια φαγητό για αρκετό καιρό.
Δίνεται εντολή να βρεθεί μια μέρα πριν αφήσει το σώμα του
Πονάω, ένα βέλος έχε καρφωθεί στη δεξιά ωμοπλάτη κοντά στο λαιμό. Κάποιος στο κυνήγι κατά λάθος με κτύπησε. Κάνω προσπάθειες να το βγάλω, οι σύντροφοί μου με κοιτάζουν με οίκτο και φόβο. Δεν μπορώ, έρχεται κάποιος και βοηθάει να το βγάλουμε, ο πόνος είναι ανυπόφορος. Το δεξί χέρι μου έχει παραλύσει. Με πιάνουν με σηκώνουν δύο και αρχίζουν να με μεταφέρουν. Φτάνουμε στο σπίτι, η γυναίκα μου βάζει τα κλάματα όταν με βλέπει. Με ξαπλώνουν στο κρεβάτι, ο πολύς πόνος έχει φύγει.
Λόγω χρόνου και κούρασης δεν γίνεται περισσότερη έρευνα και δίνεται εντολή να αναφέρει τις εμπειρίες του όταν έχει βγει από το σώμα.
Είμαι έξω από το σώμα μου, το βλέπω κάτω κουλουριασμένο. Θα είμαι μεταξύ πενήντα και εξήντα χρόνων. Δίπλα μου είναι η γυναίκα μου και μια κόρη μου, κλαίνε. Του λέω να μπει στο σώμα του για να τους μιλήσει. Όχι δεν γίνεται, ότι είχα να προσφέρω, το πρόσφερα, δεν θέλω άλλο. Ύστερα ντρέπομαι γιατί δεν μπορώ να είμαι όπως πρώτα.
Συζήτηση μετά την συνεδρία
Άντρας;, δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως είναι ....................................




0 Σχόλια: