Στα αρχεία μου υπάρχουν πολλές πληροφορίες για περιπτώσεις Προσγείων της Θεσσαλονίκης:
1) Για ένα σπίτι στο κέντρο της πόλεως, στο οποίο είναι θαμμένος μεγάλος εβραϊκός θησαυρός, το οποίο κατέσκαψαν ακόμη και πράκτορες της Μοσσάντ, αλλά ουδείς πρόκειται να το πάρει, διότι ό,τι χρυσός θάβεται γίνεται αμέσως κτήμα των χθονίων πνευμάτων και των Προσγείων. Στο σπίτι ακούγονται θόρυβοι και γίνονται μετακινήσεις αντικειμένων.
2) Για ένα οίκημα στην πλατεία Αγίας Σοφίας, του οποίου η ανακαίνιση ή η κατεδάφιση αναστέλλεται εξαιτίας των Προσγείων, ώστε αυτοί να έχουν την ησυχία τους.
3) Για την απορρόφηση από Πρόσγειους ολόκληρης της τσάντας μου που περιείχε την φωτογραφική μου μηχανή, μάρκας Exacta και πολλά άλλα αξεσουάρ. Ανάμεσα στους Πρόσγειους ήταν και κάποιος κουτσός Εβραίος ονόματι Χάιμ, που δούλευε σε φωτογραφικό κατάστημα στην οδό Ελ. Βενιζέλου. Τον θυμάμαι γύρω στο 1951. Το μέγαρο βρίσκεται στην αρχή της Βενιζέλου. Τα σπίτια που έχουν Πρόσγειους μοιάζουν παγωμένα, σταματημένα στο χρόνο και έχουν κρύα ατμόσφαιρα.
Τελειώνοντας, θα αναφερθώ σε δύο καθαρά θεσσαλονικιώτικες περιπτώσεις Προσγείων, μία περίπτωση ενός Βυζαντινού και μία άλλη με Γενίτσαρους που αφορά τον γνωστό ιστορικό και φίλο μπαγιάτη, Γιώργο Σταμπουλή, ο οποίος έχει υπερβεί την ηλικία των 90 ετών. Πρέπει να τονίσουμε ότι οι νεκροί χρειάζονται πολλά τρισάγια και ακόμη γενικά τρισάγια εκ μέρους των εκκλησιών. Σε κάθε θρησκεία ή δόγμα πρέπει να υπάρξει μια μέριμνα για τους Προσγείους και να τελούνται π.χ. στην μεν Ορθόδοξη Εκκλησία τρισάγια, στην Καθολική Εκκλησία λειτουργίες και στην Μωαμεθανική προσευχές και ευχές, δηλαδή ό,τι προσήκει και αρμόζει στις ψυχές χωρίς ανάπαυση και τα κακά πνεύματα.
Καλά τα τρισάγια και τα λιβάνια για να πλουτίζει η εκκλησία, αλλά το μόνο που δίνει την δύναμη του ελέγχου και του χειρισμού των πρόσγειων είνι ο υψηλός τονικός χαρακτήρας. Πρέπει ακόμη οι επιστήμονες και οι ερευνητές να έχουν όμορφο μυαλό με γόνιμη ελεγχόμενη φαντασία, και να μην είναι ξηροί και τυπικοί, αλλά να χαρακτηρίζονται από «υγρασία» στο χαρακτήρα και στην ψυχή. Να ψάχνουν δε και την μεταφυσική, να είναι μύστες. Διότι όταν βλέπεις τα ανεξήγητα και τα παρασιωπάς, αυτό σημαίνει ή ότι η λογική σου τρομάζει ή ότι είσαι δειλός και πείσμων, βλαξ με παρωπίδες και με μια παράλογη λογική. Διότι ορισμένα γεγονότα δεν είναι δυνατόν να σου φάνηκαν. [περνούν σαν μαύρη σκιά από τ αριστερά κατα προτίμιση, στ αριστερά βρίσκεται ο θάνατος σου και προσπαθούν να τον επιβάλλουν.
Ήθελα, λοιπόν, να σου πω κάτι που συνέβη στη Θεσσαλονίκη στην ενορία της Αγίας Αικατερίνης, όπου συχνά πήγαινα για να θαυμάσω μέσα στην ηλιοχυσία αυτό το κόκκινο σιντριβάνι -ναό του Βυζαντινού αρχιτέκτονα, καμωμένο από κέραμο, μάρμαρο, φαγιάνς, αέρα και φως πάνω σε ανάχωμα. Μια μέρα ο καντηλανάφτης, καθώς του ανέφερα ότι γύριζα από τον Πύργο της Αλύσσεως , από την οδό Αρσινόης με το ενδοτείχιο ναΐσκο του Αγίου Δημητρίου προς τιμήν των τειχών του Ορμύσδα, (πάντα ένα μεγάλο έργο, όπως και η μοντέρνα Οδός του Ηλίου στην Ιταλία, περιλαμβάνει και ένα ναό, εκείνον του Miccelucci, δηλαδή κάποιο μνημείο αφιερωμένο στο μόχθο εκείνων που το έκαναν και που έχασαν τη ζωή τους γι’ αυτό), μου σύστησε μια γριά, την γηραιότερη ενορίτισσα, που ερχόταν ακόμη στο εκκλησίασμα, την στιγμή που άναβε ένα μελισσοκέρι.
Ήταν γύρω στα ενενήντα της χρόνια. Ο καντηλανάφτης αυτός, που ήταν ένας πολύ σωστός άνθρωπος και καθόλου θρησκόληπτος, βοηθούσε πολύ τον Πρωτοσύγγελο πατέρα Σάββα Ψαρρόπουλο, έναν έξοχο ιερέα με ορθές ιδέες περί Χριστιανισμού, ο οποίος είχε φροντίσει να φέρει εδώ ένα τμήμα από το ιερό λείψανο της Αγίας Αικατερίνης που φυλάσσεται στην Ιουστινιάνεια Μονή του Σινά. Συστήνοντάς την μου είπε: «Έχει κι αυτή μια εκκλησία μες στο τείχος, στο σπίτι της συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα»
Πράγματι, η γηραιά κυρία, όρθια στην είσοδο του ναού, αφού με κοίταξε με τους θαμπούς φακούς των γυαλιών της, μου διηγήθηκε ένα συνταρακτικό συμβάν. «Πότε-πότε παιδί μου, είχα την εντύπωση ότι κάποιος άλλος βρισκόταν στο σπίτι μας, χωρίς να τον βλέπω. Δεν έδωσα και τόση σημασία σ’ αυτήν την εντύπωση. Δεν με πείραζε, έλεγα πως θα ‘ναι κανένας άγιος. Το σπίτι μου έχει αυλή που τελειώνει ακουμπώντας στο αρχαίο τείχος. Είναι στην οδό Επαμεινώνδα αριθμός ένα, αριστερά της οδού Οιδίποδος, πίσω από την εκκλησία.
Μια νύχτα, λοιπόν, που έβρεχε, γύρω στις έντεκα η ώρα, ακούω κάποιον να έρχεται με πάταγο στο σπίτι, άνοιξε την αυλόθυρα που τρίζει, την έκλεισε και προχώρησε με ένα βήμα επιτακτικό, ξέρεις, σαν εκείνο των πολεμιστών που παλιά καβαλούσαν άλογο και φορούσαν μπότες. Προχώρησε ως το τείχος και σταμάτησε. Εγώ φοβήθηκα πολύ, γιατί εκτός των άλλων δεν ακούστηκε να ξαναφεύγει, και εγώ –μην τολμώντας να ιδώ ποιος είναι– ξενύχτησα όλη νύχτα και το πρωί δε βρήκα κανέναν. Δεν έχω τηλέφωνο, αλλιώς θα τηλεφωνούσα να ‘ρθει κάποιος να με ξεφοβίσει. Άλλο πράγμα να σου το διηγούμαι, κι άλλο να το ακούς και τι βήματα, μεγάλα. Αλλά δε σου τελείωσα την ιστορία. Μετά δύο χρόνια περίπου, ήρθε η αρχαιολογική υπηρεσία και έσκαψε μέσα στην αυλή μου και βρήκε μια εκκλησία μέσα στο τείχος. Μάλιστα! Μέσα στο τείχος»
«Θα έλθω μεθαύριο να σας δω, κυρία μου, και την εκκλησία στην αυλή», της είπα. «Να ‘ρθεις, αγόρι μου, όποτε θέλεις, κάθομαι στο νούμερο ένα του δρόμου»
Πρέπει να ξέρεις ότι θα επρόκειτο για μια μυστική συνάντηση στο Μεσαίωνα που επαναλαμβάνεται αιώνια, είπε ο φίλος μου. Διότι αυτός ο Βυζαντινός Πρόσγειος πρέπει να υλοποιήθηκε. Επειδή τα ήθη στο Βυζάντιο ήσαν πολύ καταπιεστικά, οι άνθρωποι και οι ερωτευμένοι συναντιόντουσαν δίνοντας ραντεβού τρόπον τινά στις πάμπολλες εκκλησίες και ναΐσκους που υπήρχαν τότε άφθονα ακόμη και ιδιωτικά, όπως ο ναός του Σωτήρος, που ανήκει φανερά, σαν ομοιότητα στον τρούλο, στον Άγιο Παντελεήμονα. Είναι ο μικρός αδελφός του.
Εκεί βλεπόντουσαν στα μάτια στο φως των κεριών και αντάλλασσαν μηνύματα με το πρόσχημα να ανάψουν ένα καντήλι και να προσκυνήσουν. Ο μεγάλος καταμερισμός, μάλιστα, σε κατόψεις όπως των Δώδεκα Αποστόλων με τις αρκάδες μεταξύ νάρθηκος, περιπάτου και κυρίως ναού, διευκολύνει τη μόνωση σε ακριβές μέρος στενή σαν σκοπιά φρουρού ή για ραντεβού ή για την ψυχή σου με τρόπο απερίσπαστο, ευνοεί την ασφαλή προσέγγιση. Μόνον για λίγα δευτερόλεπτα. Ενώ σε ένα δάσος από κολώνες μιας μεγάλης βασιλικής, όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία είναι φιλτιρέ στο φως, και κάθε κίονας μπορεί να κρύβει έναν άνθρωπο ή ακίνητος σαν στήλη δεν έλκεις την προσοχή, μπορείς να παρακολουθείς κάθε κίνηση που ξεκινά δίπλα στη σηματοδότηση κάθε ακίνητης κολώνας.
Μια άλλη περίπτωση, πάλι στη Θεσσαλονίκη, είναι εκείνη που συνέβη σε ένα φίλο μου 95 ετών σήμερα. Ο ιστορικός Γεώργιος Σταμπουλής είχε τρεις δεινές εμπειρίες: μια μαύρης μαγείας, μια φαντασμάτων και μία βρυκόλακα ή Πρόσγειου που κάθισε στο στήθος του την νύχτα σαν μαύρη σκιά. Ήταν καλοκαίρι. Η γυναίκα του τον είδε στο κρεβάτι δίπλα της στο φεγγαρόφωτο που αγωνιούσε και μούγκριζε, είδε και τη σκιά επάνω του και προσευχήθηκε κι αυτός χάθηκε. Αυτό έγινε τρεις φορές. Όταν κατεδάφισαν το πατρικό του στο Ιπποδρόμιο, βρήκαν κάτω από τα θεμέλια τρεις τάφους Τούρκων Γενίτσαρων, που έπεσαν στην άλωση της Θεσσαλονίκης το 1430. Διότι τα θεμέλια των πολυκατοικιών πηγαίνουν πολύ βαθιά, όπως γνωρίζεις.
Στη Θεσσαλονίκη -αλλά και σε όλη την Ελλάδα- υπάρχουν αμέτρητοι Πρόσγειοι, δηλαδή Βρυκόλακες και να ξέρεις ότι, όπως πεθαίνουν ή χάνονται ορισμένοι αγνώστων στοιχείων, έτσι και οι Πρόσγειοι εμφανίζονται στους δρόμους χωρίς ταυτότητα.




0 Σχόλια: